Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2008

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ














Aυτές τις μέρες εκθέτει ο φωτογράφος Δημήτρης   Σούλας την δουλειά του, έργο μιας ολόκληρης ζωής, στο Μουσείο Φωτογραφίας της Θεσσαλονίκης. Στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής της Γερμανίας του Βίλλυ Μπράντ, του ’68 και της πολιτικής κινητοποίησης, των φοιτητικών κινημάτων και βεβαίως της real politik-ost politik.

Αλλά δεν θα επιμείνω σ’ αυτά. Περάσανε πλέον. Άλλο είναι το θέμα μου κι’ ας πέρασε κι’ αυτό αλλά δεν έσβησε. Και ποιό είναι αυτό? Μα να βρεθεί μπροστά μας, σαν  σε μια ζωντανή στιγμή ανάγλυφη του χαρακτήρα του, ο χαμένος μας φίλος. Ο τόσο αγαπητός, τρυφερός, ερωτικός και άπλετα γενναιόδωρος. Ο Γιάννης Κυριακίδης.

Η φωτογραφία, ενσταντανέ στον Σταθμό του Μονάχου, είναι ίσως εντέχνως «στημένη», γιατί ο Γιάννης ήταν γνωστός στη Βαυαρική πρωτεύουσα. Ηθοποιός μεγάλου ταλέντου και οργανωτής της θεατρικής σκηνής των Ελλήνων εργατών του Μονάχου, αλλά και συνεργάτης της Βαυαρικής τηλεόρασης. Ήταν τότε που λόγω της χούντας, αναγκάστηκε να εκπατριστεί μαζί με τον αδελφό του τον Νίκο. Επίσης καλό ηθοποιό. Είχαν και ένα μπαρ-στέκι όπου σύχναζε και ο μακαρίτης ο Παύλος Μπακογιάννης.

Στην Ελλάδα έπαιξε με διάφορα θεατρικά σχήματα, συνεργαζόμενος με γνωστούς σκηνοθέτες. Τον θυμάμαι με τον  Λιβαθυνό στην Πάτρα σε έργο του Ευγένιου Ροστάν, έπαιξε Τσέχωφ στο θέατρο «ΑΜΟΡΕ», επίσης στο «Από Μηχανής Θέατρο» και για αρκετά χρόνια συνεργάτης του ΚΘΒΕ.  Οι ρόλοι του δεν ήσαν πρωταγωνιστικοί, με την κλασσική έννοια, αλλά κυριαρχούσε πάντα. Όπως κυριαρχούσε στην παρέα, στο κρασί και στον έρωτα. Την τελευταία φορά που τον είδα σε παράσταση ήταν στο έργο του Ο’ Νηλ, «Όχι άλλα δάκρυα για την Ηλέκτρα» σε σκηνοθεσία Βουτσινά. Ήταν Παρασκευή ενός χειμωνιάτικου μήνα. Τρεις μέρες μετά, Δευτέρα – αργία των θεάτρων – σε βραδινή έξοδο, το αυτοκίνητο έχασε την πορεία του και έπεσε σε ένα  αποστραγγιστικό κανάλι στην Χαλάστρα. Πνίγηκε. Μαζί του και η αγαπητή Ελευθερία. 



Ο κοινός μας φίλος Γρηγόρης Μπιλίτσας, που πάντα, κουβαλώντας χαρτί και στυλό, συνέτασσε τις σκέψεις του (αλλά και τις δικές μας) σε έμμετρο λόγο, του αφιέρωσε αυτό :

 ΠΟΥ ΠΑΣ;

Θαρρείς και πως απόκτησε

Ο ήλιος περιβόλι

Κι’ έβαλε κρύσταλλα θαμπά

Το χάρο να ‘μποδίσει

Που πας;

Παιδί με τις παράξενες

Ονείρων συλλογές

Θα μπει σε λίγο η άνοιξη

Να σκιάξει τα σκοτάδια

Που πας;

Σ’ αλκυονίδες μέρες του Γενάρη

Σε νύχτες από φώσφορο;

Που πας;

Παιδί μιας ατραγούδιστης

Άγραφτης τραγωδίας;

Μετρώντας του ορίζοντα

      Το μπόϊ με λαχτάρα

Με κείνη εκεί την ξέθωρη

Μεζούρα του Άγιου Ήλιου;

 

Τώρα ποιός χρόνος ανυπόδητος

Σαν ποιός καιρός αλήτης

Θα βάλει σύνορα στο φως

Πλάστιγγα στις βροχούλες;

Μην πεις πως ό,τι χάθηκε

Έπρεπε να χαθεί

Πως για να ζήσει το σκοτάδι

Τρώει του ήλιου τα παιδιά

Πως είναι ο έρωτας σημάδι

Για το παιχνίδι των τρελών

Πως μένει πάντα στο σταθμό

Μόνος και περιμένει.


Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

Κ.Θ.

1- Ο Πύργος των Θεοτόκη στους Καρουσάδες


Κ.Θ.


Διάβασα προχθές στο blog του Πετεφρή ότι ο Τώνης Λυκουρέσης γυρνάει στην Κέρκυρα ταινία σε σενάριο βασισμένο στο βιβλίο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη «Σκλάβοι στα Δεσμά τους».
Έβαλα μπρος την φαντασία μου να με μεταφέρει, όχι μόνο στο έργο, αλλά και στο ιστορικό περιβάλλον της δράσης των πρωταγωνιστών του. Αρχές του 1900. Ένας κόσμος, που ήδη από την εποχή της άφιξης των Γάλλων δημοκρατικών στα 1797, παίρνει και το δεύτερο κτύπημα από τους νόμους της κυβέρνησης Βενιζέλου για την αναδιανομή της γης. Πρώτα ο Ν, Σ.Μ.Δ./1867 και τέλος ο Ν. Δ.Ν.Δ του 1912 (τροποποιημένος με τον Ν. 423/1-2-1914) με συντάκτη και εισηγητή τον βουλευτή Κερκύρας Κ. Ζαβιτζιάνο, αποδίδει το μεγαλύτερο ποσοστό των αγροτικών ιδιοκτησιών στους αγρολήπτες. Ένα υπόλοιπο αφήνεται στους αγροδότες - ιδιοκτήτες, δηλαδή στους τιμαριούχους που εκαρπούντο των πλούτο της γης από την εποχή των Βενετσιάνων, αλλά και πολλών αστών που κατά την διάρκεια των 18ου και 19ου αιώνων, που με διάφορους τρόπους οικειοποιήθηκαν αγροτικές εκτάσεις. Το πώς πολλοί τοκογλύφοι κατάφεραν να αποκτήσουν τίτλους ιδιοκτησίας επί των φέουδων, περιγράφει ο Γερ. Χυτήρης στο έργο του «Η Κέρκυρα στα μέσα του 19ου αιώνα». Το Libro d’ Oro δεν κάηκε από «καΐλα» για την δημοκρατία, αλλά για να καταστραφούν οι εγγραφές επικαρπιών επί των βαρονιών, πολλές από τις οποίες ήταν υποθηκευμένες με ιδιωτικά συμφωνητικά, κι’ έτσι, με νομικίστικες λαθροχειρίες, να περιέλθουν στους δανειστές, ή νεόπλουτους που είχαν αγροληψίες και εδαφονόμια. Το Libro d’ Oro δεν ήταν μία χρυσοποίκιλτη Βίβλος, αλλά δημόσιο έγγραφο καταγραφής οικογενειών δικαιούχων τίτλων για τιμαριωτικές επικαρπίες. Με σημερινά δεδομένα κάτι σαν ένα ειδικό δημοτολόγιο-ληξιαρχικό τεφτέρι και κτηματολόγιο. Καταργήθηκε γύρω στα 1818 (?) με νόμο από την Αγγλική Βουλή, όταν αντικαταστάθηκε η Ενετική νομοθεσία από την Βρετανική,

2- Εσωτερικό του Πύργου Θεοτόκη των Καρουσάδων.

Ο πανικός απώλειας της εξουσίας από μέρους της παλαιάς αριστοκρατίας που ξεκίνησε από το 1796, έγινε με τον νόμο του Κ. Ζαβιτζιάνου η τελική πράξη πλήρους παρακμής τους, μια και τους έφερνε πλέον αντιμέτωπους με την ένδεια, στερούμενους από τα μοναδικά οικονομικά οφέλη που είχαν. Και αυτά ήσαν, κύρια, αγροτικά έσοδα. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα της Αγγλικής Προστασίας, προωθήθηκε η ανερχόμενη αστική τάξη και παράλληλα, σε κάποιο βαθμό, λίγες παλαιές οικογένειες τιμαριούχων συμβιβασμένες με την Βρετανική διοίκηση και καρπούμενες οφέλη σε καλοπληρωμένες διοικητικές θέσεις. Μια από αυτές ήταν και η Οικογένεια Θεοτόκη. Και όταν αναφερόμαστε στην οικογένεια αυτή, υπολογίστε όλους τους κλάδους της. Τους Νταβιάτζο, Ανδρουτσέλη, Σταθάκια, του Αγίου και τέλος τους Καλοκαρδάρηδες των Καρουσάδων. Από τους τελευταίους προέρχεται και ο Κ. Θεοτόκης. Γόνος του Μάρκου και της Αγγελικής Πολυλά, ανεψιάς του Ιάκωβου Πολυλά, φίλου και επιμελητή του έργου του.Δ. Σολωμού.
Την δεκαετία του ’50, παιδί τότε, η περιφορά μου από την μητ
έρα μου για επίσκεψη σε φιλικά σπίτια της Κέρκυρας, αλλά και της Αθηναϊκής παροικίας των Κερκυραίων, χάραξε στο νου μου το ιδιαίτερο άρωμα μιας υπαρξιακής και πολιτιστικής αυτοτέλειας, μέσα από τους δεσμούς και το κράτημα των αναμνήσεων σε ένα πεδίο ποικίλων αναφορών, όπου συνήθως το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός, απάλυνε τις συγκρίσεις μεταξύ του χθες (προχθές καλλίτερα), και του σήμερα. Το παρελθόν ήταν ακόμη παρόν, ιδίως αυτό του τέλους του 19ου και αρχής του 20ου αιώνα. Ας σκεφτούμε ότι, όλοι όσοι το 1950 ήσαν σε ηλικία γύρο στα 65-75 έτη, είχαν γεννηθεί τον 19ο αιώνα και στην διάσταση του χρόνου που καθόρισε την ψυχοσύνθεσή τους, υπήρχαν «εντολές» και εικόνες εποχών που της εμφυσούσαν επιρροές ακόμη και από τις νόνες και τις μπισνόνες τους. Δηλαδή 18ο αιώνα. Όχι μόνο σε κάποιες συμπεριφορές και συνήθειες των γεροντότερων, αλλά και στα έπιπλα, (όσα δεν πουλήθηκαν), στους πίνακες με τα παλαιά τοπία του νησιού, παλαιές φωτογραφίες ή δαγεροτυπίες και πορτραίτα ευκλεών προγόνων καταταγμένων, σε βάθος παρελθόντος, ενδυματολογικά στο περίπου, όπως: Με σκληρό κολάρο, παπιγιόν και ψαθάκι του 1900, ρεντιγκότα με σφιχτό λαιμοδέτη στα 1800, περούκες διάφορες του 1700, ατσάλινες αρματωσιές τα παλαιότερα και πάει λέγοντας.


3- Άφρα. Αγροικία Κουρκουμέλη-Ροδόσταμου.
4- Εσωτερικό της αγροικίας, πριν αρκετά χρόνια.



















Η κατ’ εξοχήν ευρωπαϊκή διάσταση της ιστορικής πορείας της Κέρκυρας, ήταν εμφανής όχι μόνο στο σκηνικό, αλλά κύρια στον τρόπο του σκέπτεσθαι. Τυποποιημένα σχόλια επισκεπτών του νησιού, που κατά καιρούς επαναλαμβάνονται, όπως «η Κέρκυρα είναι Ιταλία» κ.α. αποδίδουν μια ευκολία χαρακτηρισμών αλλά στερούνται περιεχόμενου. Η Κέρκυρα ανήκει στον μεγάλο αυτό χώρο την ανατολικής Μεσογείου που διαφέντευε η Γαληνοτάτη, τότε υπερδύναμη ανάμεσα στα
Ευρωπαϊκά κράτη. Το μεγάλο “Stato del Mar”. Εκεί όπου ακόμη και ο ήχος του λόγου ακούγεται τραγουδιστά, από το Ιόνιο στις Κυκλάδες μέχρι την Κύπρο. Δεν είναι όλοι αυτοί, κάποιοι που μιλούν τα ελληνικά σαν τους Βενετσιάνους, αλλά είναι οι Βενετσιάνοι που μιλούν την γλώσσα τους, σαν τους Έλληνες νησιώτες. Και αν εμείς το ψάρι το κάνουμε «σαβόρο» εκείνοι το κάνουν «in saor».

5- Κομπίτσι. Η Κρήνη της αγροικίας των Κομπίτσι.


Ανερμάτιστος λόγος, ή, τα άλλα λέμε και άλλα εννοούμε, ασάφεια, αγένειες και ακραία υποκειμενικότητα, δεν είχαν θέση στη ζωή. Αντίθετα η συγκροτημένη άποψη για τα θέματα που ταλάνιζαν τη καθημερινότητά μας ήταν δροσιά στις αντιφατικότητες της τρέχουσας ελλαδικής πραγματικότητας κοινωνικής και πολιτικής. Για να φέρω ένα παράδειγμα από τα πρόσφατα συμβάντα, η εκφορά της σορού του μακαριστού Χριστόδουλου πάνω σε κιλλίβαντα πυροβόλου, μόνο απορία για το επίπεδο ορθής κρίσης των ιθυνόντων μπορεί να φέρει. Πως είναι δυνατόν ο επικεφαλής της Εκκλησίας να οδεύει προς ταφή πάνω σ’ ένα εργαλείο καταστροφής, αιμάτων και σφαγών. Απορία επτανήσιου και ζητείται απάντηση.
Κάτι που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι ότι, ενώ οι ελλαδίτες εκφράζονταν στα δυσάρεστα με έντονη δόση δραματικότητας, εδώ υπερίσχυε το χιούμορ και η ειρωνεία. Η λεπτή ειρωνεία, ήταν ο μελαγχολικός καμβάς πάνω στον οποίο υφαίνονταν οι συζητήσεις ή τα σχόλια και συχνά το τοπικό άθλημα της «κοινωνικής κριτικής». Το σχόλιο της τζίας Ζαίρας, με αφορμή ένα άρθρο περί αριστοκρατίας στην Ελλάδα στις φιλοβασιλικές «Εικόνες» του ’62, μου ‘χει μείνει αξέχαστο. «Οι αριστοκρατικές οικογένειες είναι σαν το φυτό της πατάτας. Ό,τι καλό έχουν είναι κάτω από το χώμα ».
Η Επτάνησος, ήδη από την εποχή της Ένωσης, ζει μία αμήχανη συμβίωση με το νεοελληνικό κράτος, το οποίο ήδη με νομοθετικές πράξεις άρχισε να την λεηλατεί. Τη φορολογική επιβάρυνση των Επτανήσιων υπέρ του ταμείου της αγγλικής αρμοστείας, ύψους 15.000 στερλινών ετησίως, αντί να καταργηθεί, την εκαρπούτο πλέον ο Ελληνικός θρόνος. Η «Ιόνια Ακαδημία» έκλεισε για να μονοπωλεί την παιδεία μόνο το Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Οικονομικοί πόροι και πολιτιστικός-μορφωτικός πλούτος πήγε στην έδρα της εξουσίας, στην Αθήνα. Με πολύ κόπο ο βουλευτής Κεφαλληνίας Γ.Τυπάλδος Ιακωβάτος κατάφερε να συγκρατήσει, το από αιώνες καθιερωμένο, τελετουργικό της Επτανησιακής Εκκλησίας. Υπαγόμενη στο Οικ. Πατριαρχείο μέχρι τότε, υπήχθη με την Ένωση στα γούστα της αυτοκέφαλης Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Αρκεί να δει κανείς την οικοδόμηση των νεότερων ναών, kitch βυζαντινού νεοστύλ σταυροειδούς με τρούλο, σε σχέση με τις μονόκλιτες βασιλικές του παρελθόντος. Το πράγμα αγριεύει όταν γειτονεύουν με εναπομείναντα καμπαναριά μπαρόκ, στα σεισμοπληγέντα νησιά του Ιονίου.




6- Καβαλούρι. Αγροικία Στ. Γιαλλινά, αρχικά των Χαλικιόπουλων.

Το βιβλίο του Κ. Θεοτόκη είναι, έμμεσα, η εξιστόρηση της οικογένειάς του στην φάση που βίωσε και ο ίδιος. Αυτής της παρακμής της οικογένειας και όχι μόνο, αλλά της τάξης του και του νησιού. Λίγα χρόνια μετά, ο Μεγάλος Πόλεμος του ‘14-’18 θα σαρώσει και ότι έμεινε ανέπαφο στην Ευρώπη απ΄το Γαλλικό 1789.Οι ήρωες αδυνατούν να ξεφύγουν από τον κλοιό του παρελθόντος και αφήνονται στην απώλεια, ίσως και σαν σωτηρία. Οι σκέψεις του συγγραφέα, σε ό,τι αφορά το κοινωνικό ζήτημα και την τρέχουσα πολιτική, αναπτύσσονται κατά την διάρκεια των κεφαλαίων όπου περιγράφεται η χοροεσπερίδα του βιομήχανου Δ. Αστέρη.


7- Άγγελου Γιαλλινά. Βενετία


Φανταστικά, αλλά και υπαρκτά πρόσωπα, όπως και χώροι, παρελαύνουν στην σκηνή της βίλας του βιομηχάνου. Όπως ο γέρος με την «αυλική λιβρέα». Μπαίνω στην υποψία ότι αναφέρεται στον αυλάρχη του Γεωργίου Α’, τον Γερόλιμο Καποδίστρια - Σούφη, το δε μέγαρο του Αστέρη, μάλλον είναι η Villa Rossa του επίσης βιομήχανου Ασπιώτη. Δεν θα παραλείψω και το ειρωνικό σχόλιο, για τις «τέσσερις ακουαρέλλες που στολίζουν το μέγαρο, «ζωηρές και διάφανες έργα ενός ντόπιου τεχνίτη, πιστού οπαδού, όπως έλεγε ο ίδιος,, της κανονικής ζωγραφικής και που πουλούσε σ’ αυλές κ’ επίσημους ξένους τες φωτογραφικές ζωγραφιές του», και που μάλλον αναφέρεται στον Άγγελο Γιαλλινά. Το σχόλιο συνδυάζει την κοινωνική κριτική με την καλλιτεχνική. Το εύρημα του χορού σαν πανόραμα ανθρώπων, γεγονότων και κοινωνικών / πολιτικών ζυμώσεων, θα το συναντήσουμε 40 χρόνια μετά, σε ένα άλλο μεγάλο ιστορικό λογοτεχνικό έργο. Αυτό του Giuseppe Tomasi Di Lampedusa “Il Gattopardo”. Γνωστό από την ταινία του L. Visconti, «Η Λεοπάρδαλης της Σικελίας».



8- Βίλα Φαλς στο Κανόνι, Στον Α’ Παγκ. Πόλεμο είχε εγκατασταθεί ιταλική στρατιωτική νοσοκομειακή μονάδα. Η φωτογραφία είναι από τότε.

Η προσπάθεια του Λυκουρέση ελπίζω να έχει αίσιο αποτέλεσμα και να μην θυμίζει ελληνική ταινία με τις κλασικές αδυναμίες ερμηνείας του ιστορικού χώρου. Φτωχό σενάριο, εύκολη σκηνική αναπαράσταση λόγω ύπαρξης πραγματικών χώρων, αλλά αλλοιωμένων και πτωχευμένων σε σύγκριση με την εποχή που διαδραματίζονται τα γεγονότα. Και κύρια ο τρόπος σκέψης, συμπεριφορών και γλώσσας των ανθρώπων, όπως τα κατευθύνει αόρατα η περιρρέουσα ατμόσφαιρα των χρόνων εκείνων, αλλά και στις λεπτομέρειες που παίζουν κύριο ρόλο, τα αντικείμενα και τα πράγματα μιας άλλης εποχής.

Υ.Γ. Για όποιον-αν έχει διάθεση και περιέργεια να εντρυφήσει στον Κ. Θεοτόκη και την εποχή του, προτείνω να ψάξει τα:
1- Στη σειρά Βίοι Αγίων των εκδόσεων ΗΛΕΚΤΡΑ, «Κ. Θεοτόκης» του Φ. Φιλίππου.
2- Τις «ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ (Ιστορίες χωρίς ψιμύθια)» του Σπύρου – Νίνου Αρθ. Ζαβιτζιάνου. ΑΘΗΝΑ 1992.
3-«Η Κέρκυρα στα μέσα του 19ου αιώνα» Γεράσιμου Χυτήρη. ΚΕΡΚΥΡΑ 1988.
3- επίσης δύο αφιερώματα του περιοδικού «ΠΟΡΦΥΡΑΣ», που μέσα στο χάος της βιβλιοθήκης μου δεν μπορώ να τα βρω και να γράψω τον αριθμό των τευχών. Ζητώ Συγνώμη.
4- Και για υλικό περιβάλλον, το λεύκωμα της Δέσποινας Παισίδου «στ’ ΑΡΧΟΝΤΙΚΑ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ», εκδ. Θεσσαλική 1997 και το επίσης καταπληκτικό πόνημα του φιλόλογου Κ.Δ. Καραμούτσου, «ΚΕΡΚΥΡΑΙΚΕΣ ΑΡΧΟΝΤΙΚΕΣ ΑΓΡΟΙΚΙΕΣ του Δήμου Παρελείων», εκδ. Κέρκυρα 2006.
5- ΑΡΧΕΙΟ ΕΓΧΩΡΙΟΥ ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΥ. Κατάλογος αγροληπτών δικαιούχων αποζημιώσεως του Ν.ΔΝΔ’/1912. Κρατικό Αρχείο Κέρκυρας.


Οι φωτογραφίες των εσωτερικών χώρων των κατοικιών Θεοτόκη και Κουρκουμέλη Ροδόσταμου, προέρχονται από το ανωτέρω Λεύκωμα της Δέσποινας Παισίδου και είναι της φωτογράφου Χρύσας Νικολέρη. Οι υπόλοιπες είναι από το προσωπικό μου αρχείο.




ΕΠΙΛΟΓΟΣ (σαν υποσημείωση)

Η εξέλιξη οδήγησε σταδιακά στην απαξίωση της αγροτικής παραγωγής και την υπαγωγή της οικονομίας στον τουρισμό. Τα διανεμημένα τιμάρια μετά μία περίοδο έγιναν οικόπεδα ή τουριστικά ακίνητα. Οι μεγάλες ιδιοκτησίες κατατμημένες σε μικρότερες, που αποτελούσαν και το χαρακτηριστικό Κερκυραϊκό φυσικό τοπίο του νησιού, άρχισαν να δίνουν τη θέση τους σε οικοπεδάκια με διαφόρων ειδών οικήματα. Σήμερα μάλιστα, οι ελιές κόβονται και εξάγονται στην Ιταλία σαν καύσιμη ύλη για τις πιτσερίες, Η τρέχουσα αρχιτεκτονική παραγωγή, σε μια προσπάθεια να καμουφλαριστούν τα νεώτερα σαν μέρος ενός ιστορικού σκηνικού, οδήγησε σε μία θλιβερή αναπαραγωγή ψευτοκερκυραικής αρχιτεκτονικής που, ποσοστιαία πλέον, τείνει να πλειοψηφεί σε σχέση με τα αυθεντικά.
Εδώ νομίζω ότι το έργο του Μπαλζάκ «ΟΙ ΧΩΡΙΑΤΕΣ» είναι επίκαιρο.