Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΠΑΝΤΑ

O Xώρος



Στην αρχή όλα φαινόντουσαν θολά. Αργά το πρωί και στον ορίζοντα δεν ξεχώριζες την θάλασσα από τον ουρανό. Ιούλιος μήνας και η υγρασία κόλλαγε πάνω στα μπράτσα, η θάλασσα ήταν ήρεμη σαν πηγμένο λάδι και στην επιφάνειά της αραιά και που, σκάζανε μικρές φυσαλίδες σαν να ανέπνεε ο βυθός ή, μάλλον τα φύκια, που στα ρηχά οι άκρες τους ξεπρόβαλαν λίγο στην επιφάνεια σαν ανατρίχιασμα του νερού.
Μπενίτσες, πανσιόν “ΣΠΙΝΟΥΛΑ” 1950. Δίπλα στην ακτή, όχι μακριά από το χωριό. Η παραλία ένα ατέλειωτο στρώμα από φύκια και που και που, λίγη άμμος και πέτρες. Αργότερα, λίγα χρόνια μετά, έμαθα να ψάχνω για σκουλήκια σκαλίζοντας με τα δάκτυλα ανάμεσα στα φύκια και να οπλίζω τα αγκιστριά για το ψάρεμα.
Το καϊκι, μας είχε φέρει εδώ για λίγες μέρες έως ότου να τελείωνε ο πατέρας μου κάποιες δουλειές του, ενώ εμείς παράλληλα να μην χάναμε την ευκολία της άμεσης επαφής με τη θάλασσα.
Στην χώρα πήγαμε μετά από λίγες μέρες και εγκατασταθήκαμε στο ξενοδοχείο «PENSION SUISSE». Ήταν στο δεύτερο συγκρότημα κτιρίων του συνόλου των δύο που συναποτελούν το γνωστό «Λιστόν». Η είσοδος από την οδό Καποδιστρίου έβλεπε το απέναντι γαλακτοπωλείο του Μπούζη, που για επόμενα χρόνια θα ήμασταν μόνιμοι θαμώνες για το πρωϊνό μας γεύμα. Το δωμάτιο, στον τρίτο όροφο, έβλεπε στην πλατεία και το φρούριο.
Λίγα τότε τα αυτοκίνητα, πολλά τα κάρα και τα αμάξια. Τα πρώτα για τα εμπορεύματα, τα άλλα για τους ανθρώπους. Πολλά και τα άλογα τα ούρα και η καβαλίνα. Λεπτομέρεια μόλυνσης παλαιάς κοπής. Υπήρχαν και κάποια ταξί, με την ένδειξη «ΑΓΟΡΑΙΟ», σταθμευμένα αντίκρυ στο πενταφάναρο στην αρχή της πάνω πλατείας, στην σκιά των δένδρων. Τα ταξί αυτά ήσαν τα τελευτά δείγματα της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας των χρόνων μεταξύ 1925-’30. Με κουκούλα και έξη θέσεις που γινόντουσαν οκτώ ανοίγοντας δύο πτυσσόμενα καθίσματα κρυμμένα στο δάπεδο. Θύμιζαν εποχές, της ποτοαπαγόρευσης στο Σικάγο που παροπλισμένα πλέον από τέτοιες δράσεις, είχαν έρθει σε αρωγή των Κερκυραίων ταξιτζήδων.


Το επόμενο βήμα στην επαφή μου με το νησί, ξεκίνησε με των ήχο των λέξεων, που ο κυματισμός της ομιλίας, σαν γνώριμος ήχος, ανακάλυπτε ξαφνικά τον γεωγραφικό του τόπο.
Αν και η ομιλία μου ήταν οικεία από την μητέρα μου, τα αδέλφια και τις θειές της, η ξαφνική διαπίστωση μιας μαζικής πλέον ηχητικής ομοιογένειας μου γέννησε ένα αίσθημα θαλπωρής. Εκείνες, εγκατεστημένες στην Αθήνα από έτη, αντιστέκονταν στο νέο κοινωνικό περιβάλλον προβάλλοντας την ιδιαιτερότητά τους στο κράτημα, σε ελαφρύ τόνο, της Κερκυραϊκής εκφοράς της ελληνικής γλώσσας. Κάτι σαν θυρεό εθνοτοπικότητας, που εύρισκε την κοινωνική του συνάφεια και ισχύ μέσα στον χώρο της κερκυραϊκής παροικίας, που στέγαζε αυτές τις ιδιαιτερότητες εντός του συλλόγου «Η ΝΑΥΣΙΚΑ». Ο τελευταίος με συχνές δόσεις εκδηλώσεων έφερνε σε επαφή τους «ξενιτεμένους», μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και άλλοι επτανήσιοι από τους οποίους θυμάμαι δύο Ζακυνθινές φίλες της μητέρας μου και μια θεία Κεφαλλονίτησα.



Το Καμπιέλλο, ασκούσε και ακόμη ασκεί, την γοητεία του αχανούς όπου όλα μοιάζουν να είναι ξαφνικά και μη προβλέψιμα. ¨Ένας χώρος μιας διαρκούς περιπέτειας όπου το χάνομαι και με ξαναβρίσκω μέσα στα δαιδαλώδη στενά καντούνια, ήταν το παιχνίδι - τελετουργία άφιξης στο νησί.
Πρώτος στόχος ήταν η ανακάλυψη της κατοικίας της θείας μου, μέσα από ένα νοητικό μηχανισμό προσανατολισμού και διέλευσης από νέες διαδρομές, όπου ο αποπροσανατολισμός, η αγωνία του «χάθηκα» και η ανακούφιση στην φανέρωση γνωστών σημείων αναφοράς, εξύφανε στον νου μου μία μοναδική εμπειρία επιβεβαίωσης ικανοτήτων στην απομνημόνευση χώρων, αστικής τοπιογραφίας, λεπτομερειών αρχιτεκτονικής και μυρωδιών. Οι τελευταίες ήταν ένα εναλλασσόμενο χαρμάνι από μυρωδιές αποχετεύσεων, γατίλα, αρώματα μαγειρευμένων φαγητών και στο πέρασμα από κάποια εκκλησία, λιβάνι. Στην οσφρητική μου συλλογή εμπειριών περιλαμβάνονταν και αυτές του εσωτερικού των σπιτιών όπου κυρίαρχη, αμέσως από την εξώθυρα, ήταν μυρωδιά της ξυλείας. Το άρωμα του κυπαρισσιού και της λαρίσας.

Η ανακάλυψη του ξέφωτου της εκκλησίας του Παντοκράτορα, σήμανε το πλησίασμα στο σπίτι της τζίας Νίτσας και των εξάδελφων μου.
Το ξέφωτο αυτό στην καρδιά του Καμπιέλλου, ήταν αποτέλεσμα των βομβαρδισμών του 1940 και ’43. Η εκκλησία τότε είχε ακόμη τραύματα της καταστροφής αυτής και έμενε κλειστή. Ψηλά στην κορυφή της όψης περήφανα ατένιζε το κενό που άφησε η βία, ένας Αρχάγγελος. Χρόνια μετά εντρυφώντας στις πανεπιστημιακές μου μέρες, στα συγγράμματα της ιστορίας της τέχνης βλέποντας τα γλυπτά του G.L. Bernini μου έρχονταν στο νου ο Αρχάγγελος του Παντοκράτορα, φάρος για χρόνια που σηματοδοτούσε το πλησίασμά μου στο συγγενικό σπίτι.
Η ανακάλυψη της κατοικίας των συγγενών μου και η ανακοίνωση της άφιξής και παραμονής μας για το δίμηνο του καλοκαιριού, επισφράγιζε την έναρξη της Κερκυραϊκής μας ζωής.