Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΠΑΝΤΑ-2

                                   Η διαμονή



.... Ο υπόλοιπος χρόνος, σαν πλατειά θάλασσα, με ατέλειωτο ορίζοντα, κυμάτιζε στη φαντασία μου στόχους και προοπτικές της θερινής δραστηριότητας, που θα με απελευθέρωνε από το καλούπι της σχολικής χρονιάς που γεύτηκα. Σε αυτούς τους στόχους περιλαμβανότανε η θάλασσα, , η ποδηλατάδα, το σινεμά. η ζωγραφική, και το ψάρεμα.

Τις κινηματογραφικές απολαύσεις του καλοκαιριού, τις ικανοποιούσαν τα τρία θερινά σινεμά που διέθετα τότε η χώρα. Το πρώτο λεγόταν «ΟΑΣΗ», το δεύτερο «ΟΡΦΕΑΣ» και το τρίτο «ΦΟΙΝΙΚΑΣ». Και τα τρία ευρισκόντουσαν στην ίδια σχεδόν ευθεία, εκατέρωθεν των ερειπίων του άλλοτε μυθικού “Hotel Bella Venezia” και μεταξύ των πόλων αυτής της ευθείας όπου ορίζονταν από της κοντράδες με την ονομασία «Πόρτα Ριάλα» και  «Πόρτα Ρεμούνδα». Οι επιλογές, όπως καταλαβαίνει κανείς, δεν υπερέβαιναν τις τρεις, για τρεις αλλαγές προγράμματος την εβδομάδα. Θα τις έλεγα πλούσιες. Έπαυαν όμως να είναι πλούσιες σε δύο περιπτώσεις. Η μία αφορούσε την ερεβώδη υποσημείωση «ακατάλληλον δι’ ανηλίκους», η δε άλλη ήταν όταν έφθανε στο νησί ελληνική ταινία. Τότε γινόταν κάτι σαν σεισμός. Ναυλωμένα λεωφορεία από τα χωριά έφερναν κόσμο για να χαρεί Αυλωνίτη, Βασιλειάδου και Φωτόπουλο. Μπάρκουλη, Διανέλλο, Κοκοβιό ή Στολίνγκα. Την ταινία την έπαιζαν ταυτόχρονα και οι τρεις κινηματογράφοι αποκλείοντας οιαδήποτε άλλη επιλογή. Και βεβαίως φθάναμε στο αποκορύφωμα της κινηματογραφικής μας βουλιμίας αν στο πρόγραμμα προβολών συμπεριλαμβανόταν και οι Κερκυραίες, Ρένα Βλαχοπούλου , ή η Υβόν Σανσών. Εγώ που δεν είχα ιδιαίτερη αδυναμία στον τότε ελληνικό κινηματογράφο, πλην των τριών πρώτων και Βλαχοπούλου (λόφω συγγένειας), ένοιωθα εγκλωβισμένος μέσα στην απώλεια των φανταστικών κόσμων που μόνο η κινηματογραφική τελειότητα της χολιγουντιανής φαντασμαγορίας με συγκινούσε. 



                 Η Loggia ή Teatro di San Giacomo, νυν Δημαρχείο. Πίσω φαίνεται το πάλαι ποτέ ξενοδοχείο "ΣΠΛΕΝΤΙΤ" που  μας στέγαζε τα     καλοκαίρια για πολλά χρόνια

Να συμπληρώσω πως ο «ΦΟΙΝΙΚΑΣ» εκτός από θερινός κινηματογράφος-θέατρο περιελάμβανε και δύο επί πλέον δυνατότητες. Αυτήν  των θεατρικών δράσεων στο κλειστό τμήμα του, ένα υπέροχο νεοκλασικό κτίριο, επί πλέον, εκδηλώσεις χειμερινών χοροεσπερίδων.

Κάποιο καλοκαίρι τέλος του ’50, στο θερινό τμήμα του, φιλοξένησε και τον Μίμη Φωτόπουλο με τον θίασό του στον ανεπανάληπτο «Δον Καμίλο», όπου ο ορυμαγδός από τα γέλια έφτανε έως την Σπιανάδα.  Και εκτός αυτών, ο χώρος του «ΦΟΙΝΙΚΑ» περιελάμβανε  και εστιατόριο με πίστα και ορχήστρα όπου οι Κερκυραίοι κατά ή και μετά την ανάλωση μπιτώκ αλά ρούς ή παστιτσάδας, έριχναν και κάνα δυό τανγκό στην τσιμεντένια πίστα για χώνεψη.

Πρόσφατα έμαθα ότι το αφημένο σε αδράνεια και φθορά κτήριο του «ΦΟΙΝΙΚΑ», θα αποκατασταθεί για να συλλέξει νέες δόξες.

    

Η ποδηλατάδα, λόγω ηλικίας, δεν μου επιτρεπόταν να εκτραπεί του ασφαλούς ορίου που καθόριζε η περίμετρος την κάτω πλατείας και ευτυχώς, λες και το γνώριζε, το ποδηλατάδικο του Αλαμάννου που τα ενοικίαζε, ήταν δύο βήματα από την πλατεία και ένα από το πεντοφάναρο. Αυτή η ποδηλατάδα αποτελούσε μια άλλη εκδοχή της ελευθερίας που εκχωρούσε η καλοκαιρινή περίοδος. Αυτή της γεύσης της ταχύτητας, όπου η αίσθηση του αέρα που μου χάϊδευε το πρόσωπο έμοιαζε μ’ απογείωση σ’ ένα αδιευκρίνιστο κόσμο ευτυχίας όπου οι καλοκαιρινές υποσχέσεις λαμπύριζαν σαν τ’ασημένια καραβάκια/τάματα που κρέμονταν στους πολυελαίους του Αγίου. Χρόνια μετά, μανιώδης μηχανόβιος, ξαναζούσα αυτό το συναίσθημα ελευθερίας και ονείρου. Ιππότης ετεροχρονισμένος σε μιά διαρκή φυγή προς απλησίαστους ορίζοντες.

Η θάλασσα γύρω από την χώρα προσέφερε δύο εναλλακτικές λύσεις στην επιλογή μας. Η πλέον άμεση ήταν τα λουτρά του «Αλέκου», στο Φαληράκι, τρία βήματα από την Σπιανάδα. Η άλλη, κοντινή αλλά όχι άμεση, ήταν η πλαζ του “Mon Repos”, ένα περίπου μισάωρο απόσταση από την ίδια αφετηρία.

Η πρώτη εξασφάλιζε την δροσιά των κατοίκων του Καμπιέλο, ήταν όμως μικρή περιοριζόμενη από το στενό σχήμα σε Π που όριζαν οι ξύλινες καμπίνες τοποθετημένες πάνω σε μία μεταλλική εξέδρα.

1953.  Στην πλαζ του Mon Repos. Ο αδελφός μου, η μητέρα., εγώ, η φίλη μας η Αλίκη και η μητέρα της η Νίτσα.

Το  Mon Repos”, ήταν οργανωμένη κοσμική πλαζ, με καμπίνες ντους και κυλικείο, και παρακείμενη του ομώνυμου θερινού ανακτόρου της βασιλικής οικογένειας. Η πλαζ αυτή ακόμη και σήμερα εξασφαλίζει την άμεση πρόσβαση των Κερκυραίων και ένα ευχάριστο κολύμπι μετά την δουλειά, όντας σε μικρή απόσταση από την πόλη.

Και οι δύο αυτές είχαν ένα δίχτυ μεταλλικό, για προστασία από κάποια επίθεση αιμοβόρου πόρφυρα, που ίσως πλανιόταν στα Κερκυραϊκά νερά. Κι’ αυτό δεν ήταν απλή υπόθεση. Λίγα χρόνια είχαν περάσει αφ’ ότου ο πόρφυρας, στα νερά του “Mon Repos”, 50 μέτρα από την ακτή, είχε πάρει μαζί του στα βάθη της θάλασσας την νεότατη Βάντα.

Η πλαζ αυτή ήταν ο καθημερινός παράδεισος της νιότης. Βοή από φωνές, φωνούλες, τσιρίδες άκρατης χαράς και γέλια. Παιδιά και έφηβοι. Λικνιστές παρουσίες κοριτσιών με πλάγια βλέμματα αναστάτωναν τα βράδυα και τα μεσημέρια των αμήχανων περί τα ερωτικά δεκατριάρηδων και δεκαπεντάρηδων αρσενικών, που αρκούμενοι στις φαντασιώσεις, άφηναν πεδίο ελεύθερο στους πιό «μπασμένους» εικοσάρηδες. Κάποιοι από αυτούς, πρωτοετείς φοιτητές σε κάποιο πανεπιστήμιο της Ιταλίας, ήταν εφοδιασμένοι με όχημα. Όταν λέω όχημα αναφέρομαι στις λαμπρέτες ή βέσπες που έφερναν μαζί τους, από την Πάντοβα την Βενετία ή την Ρώμη που έκαναν σπουδές και αποτελούσαν ισχυρό όπλο γητέματος στο ρευστό ερωτικό φόρο.

Ο «Πόντες», ξύλινη εξέδρα που έμπαινε βαθιά μέσα στη θάλασσα, ήταν εκθετήριο γυμνών σωμάτων που μαύριζαν πασαλειμμένα με λογής-λογής λάδια, ενώ με αργό μελετημένο βάδισμα κάποιοι νεαροί διέσχιζαν την απόσταση από την παραλία μέχρι την άκρη του Πόντε, για να αφήσουν την πετσέτα τους και να επιδείξουν την ικανότητά τους σε μία κατάδυση από το ύψος των 4 μέτρων.

Ο αδελφός μου, παιδί τότε, είχε ανακαλύψει το δικό του Ελντοράντο ανάμεσα στα φύκια και τις πέτρες του υποκείμενου στον πόντε βυθού, όπου, εξοπλισμένος με μάσκα και αναπνευστήρα μάζευε τα κέρματα που έπεφταν από τα τσεπάκια των μπανιερών των βουτηχτάδων, ή τις τσάντες των κυριών των παραδομένων στο μαύρισμα της επιδερμίδας. 

Προς τις μεσημεριανές ώρες, με την κόπωση της κολύμβησης και του ήλιου όλοι καταλήγαμε στην σκιά των πανύψηλων δένδρων, όπου το κυλικείο παρείχε αναψυκτικά παγωτά ούζο με μεζέ και που, ήδη, οι γονείς μας με τις παρέες τους απολάμβαναν την δροσιά εν μέσω των ήχων των τζιτζικιών και του τζουκ-μποξ από το οποίο κατά κύματα πελάγιζαν οι, Ρενάτο Καρόζονε, Μαρίνο Μαρίνι, Πατ Μπουν, Σέρτζιο Εντρίγκο, Έλβις Πρίσλεϋ, Πλάτερς και άλλοι αστέρες της εποχής. Όμως, σαν απαραίτητη ηχητική υποσημείωση, όλα (μα όλα λέω) τα τζουκ-μποξ της Κέρκυρας είχαν απαραίτητα ένα και μοναδικό δισκάκι-εξαίρεση μέσα στο σύνολο της μουσικής προσφοράς. Αυτό το 45άρι στην μια του πλευρά είχε το χορωδιακό από το Nabucco  ...va pensiero sull’ ali dorate... και από την άλλη την Zingarella από τον Trovatore του Verdi.

Mα ο Verdi δεν περιοριζόταν μόνο στο δισκάκι των κορφιάτικων τζουκ-μποξ. Λες και πήγαζε από παντού.  Όταν, καμιά φορά, επιστρέφαμε στο ξενοδοχείο αργά το μεσημέρι, κοντά στις 4 και μισή, η ορχήστρα της Φιλαρμονικής έκανε πρόβα για τη συναυλία της Πέμπτης και η μουσική ξεχύνονταν από τις γρίλιες των σκούρων κι’ αρμένιζε σ’ όλη τη ρούγα της Νικηφόρου Θεοτόκη, μες στη κάψα και την ερημιά του μεσημεριού.

 


Όταν, γύρω στα 1960, η φιλαρμονική αποφάσισε να διευρύνει το ρεπερτόριο με νέα Ελληνική μουσική και εισήγαγε του ήχους του Μίκη, τότε σαν κάτι να μην μου γυρνούσε καλά. Το κιόσκι της μπάντας στη Σπιανάδα εξέπεμπε μουσικές νότες που δεν συνταίριαζαν με την αρχιτεκτονική που περιέβαλε τον χώρο. Οι πλαστική γεωμετρία των όψεων των κτιρίων δεν άφηνε ανάγλυφες υποδοχές που να συνταιριάζουν με τους μουσικού φθόγγους του Θεοδωράκη  και οι διέσεις των σκιών των αναγλύφων στις όψεις, απέκρουαν τα τσαλίμια της λαϊκότροπης σύνθεσης.

Μοναδική έμπρακτη άρνηση της μουσικής νεοτερικότητας, χωμένος στο βάθος της κλίμακας που οδηγούσε στα δημοτικά ουρητήρια της Σπιανάδας, ήταν ο γέρων επόπτης τους. Αυτός πολεμούσε την ανία του χρόνου χάρη στην παρηγοριά του 3ου προγράμματος, καθισμένος δίπλα στο μικρό τραπεζάκι που βρισκόταν το ραδιοφωνάκι μαζί με το πιατάκι των κερμάτων και με μόνη θέα ένα κομμάτι του ουρανού που ατένιζε όταν σήκωνε το κεφάλι ψηλά.