Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2007

ΤΟ ΝΕΟ ΜΑΣ ΚΟΣΜΗΜΑ


Φωτο δανεικιά από το blog "νησι Λαπουτα"




Η φωτογραφία αυτή έγινε το 2005 από το επίπεδο της οδού Ροβέρτου Γκάλλι. Δηλαδή από το χαμηλότερο, υψομετρικά, σημείο του οικοδομικού τετραγώνου που περιέχει και το Νέο Μουσείο. Τα δύο κτίρια, όπως φαίνεται, δεν εμποδίζουν την θέαση του βράχου της Ακρόπολης με τον Παρθενώνα.


TΟ ΤΕΛΟΣ

Η «ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ» ΤΗΣ ΘΕΑΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΟΥ.







ΑΥΤΑ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΜΠΑΖΑ












ΠΑΡΟΜΟΙΩΣ, ΜΠΑΖΑ.






































ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟ ΔΑΣΩΝ, ΡΕΜΑΤΩΝ, ΧΑΡΑΔΡΩΝ, ΚΑΜΕΝΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ, ΠΑΡΑΛΙΩΝ κλπ ΜΕ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΑΣ ΠΛΟΥΤΟΥ.
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΤΟΥΣ ΡΕΚΤΕΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ + ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ
κ.κ. ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ, ΛΙΑΠΗ



Για όσους γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην περιοχή που παλαιότερα λέγονταν Γαργαρέττα ή Κολωνάκι, και θυμούνται την Διον. Αρεοπαγίτου και την εξέλιξη της από το 1953 μέχρι σήμερα, ο δρόμος με το μέτωπο των κτιρίων από την μία πλευρά και τον αρχαιολογικό χώρο από την άλλη, αποτελεί μία εικόνα στερεή στον χρόνο, μέρος της οικιστικής εξέλιξης της Αθήνας και δείγμα της αρχιτεκτονικής από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.
Με χρονική σειρά, από το εργαστήρι του γλύπτη Γεωργαντή, τα δύο έργα του Β. Κουρεμένου, την οικία Μαντούβαλου - Κουβοπούλου, τα νεοκλασικά με πρώτο στη σειρά του Β. Παπαθανασίου, την από ετών κατεδαφισμένη οικία-atelier του Παρθένη, έως την οικίες Ζολώτα και Δραγώνα.
Η διαμάχη για την κατεδάφιση των δύο κτιρίων που κατά την όψιμη γνώμη έγκυρων επιστημόνων, δεν κολακεύει το νέο μας απόκτημα, προβάλλοντας, την πίσω όψη της οικίας Κουρεμένου και την, όντως αρνητική, τυφλή επιφάνεια της οικίας του Β. Παπαθανασίου. αφήνει πίσω ένα βασικό στοιχείο της προκήρυξης, που αποτέλεσε και ένα από τα κύρια προβλήματα προς επίλυση στον σχεδιασμό του. Ακριβώς, η υποχρέωση των μελετητών να λάβουν υπ’ όψιν τους αυτή την παράμετρο. Σοβαρή παράμετρος, μια και παρεμβάλλονται τα κτίρια αυτά μεταξύ του αρχαιολογικού χώρου και του νέου Μουσείου.

Το κτίριο του Κουρεμένου είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα μιας εποχής που ακόμη υπήρχε η φιλοδοξία δημιουργίας μιας αστικής τάξης με ευρωπαϊκές προοπτικές. Μορφωμένοι αστοί, μιας νέας εθνικής κοινωνίας αυτοχθόνων και της διασποράς, που έστησε ένα αρχικό μόρφωμα αστικής κουλτούρας και οικονομίας παραγωγής, όπως ξεκίνησε με την πολιτική Βενιζέλου. Στις όψεις του κτιρίου αυτού αντανακλώνται οι πολιτιστικές αναζητήσεις αυτών, που αργότερα στην λογοτεχνία, θα ψάξουν για μία ελληνικότητα. Από τις ανάγλυφες σε μάρμαρο δύο γυναίκες που κρατούν στο κεφάλι τους φανούς της εισόδου, μέχρι τα περίτεχνα και πλούσια σε χρυσές ψηφίδες μεγάλα ψηφιδωτά στην επίστεψη, εικονίζει της ανησυχίες αυτής που έμεινε γνωστή σαν «η γενιά του 30’».
Τώρα, παρ’ όλον ότι η διατήρηση αυτών τέθηκε σαν όρος του σχεδιασμού, κάποιοι παίρνουν τον αρχικό τους λόγο πίσω, προωθώντας ένα ακόμη έγκλημα κατά της αρχιτεκτονικής ιστορίας αυτής της ταλαίπωρης πόλης.
Όμως, ο Μπερνάρ Τσουμί είναι ένας πολύ γνωστός διεθνώς αρχιτέκτων, με αναμφίβολα, γνώσεις και πείρα τέτοια που βρίσκει τρόπους να παρακάμπτει και να επιλύει τα προβλήματα που προκύπτουν κατά την διάρκεια της σχεδιαστικής πορείας ενός αρχιτεκτονικού έργου. Πολύ περισσότερο όταν το πρόβλημα είναι εξ’ αρχής δεδομένο και αποτελεί και όρο του διαγωνισμού.
Τα προς διατήρηση υπάρχοντα κτίρια, κάτι που δεν είναι άμεσα ορατό, έχουν περιληφθεί στη τελική μελέτη και σίγουρα δεν ενοχλούν τις οπτικές γωνίες από το σύνολο των διαδρομών του μουσείου. Αν δεν είναι έτσι τότε ο πολύς Τσουμί δεν ξέρει την δουλειά του. Επί πλέον, σε κάθε κτίριο μπορεί να προκύψουν κάποια αδύνατα σημεία τα οποία με μαεστρία μπορούν να κρυφτούν ή να αποδυναμωθεί η παρουσία τους δίνοντας τους θέση τέτοια που να μην προβάλλονται άμεσα. Τέτοιο, εκτός από τον όγκο που σταδιακά φαίνεται από την κατηφόρα της οδού Μητσαίων, πιστεύω ότι είναι το στέγαστρο της εισόδου, του οποίου το ύψος, ναι μεν προσφέρει άπλετη θέα στους μελλοντικούς θαμώνες, αλλά το μήκος και το σχήμα φοβούμαι ότι θα προσφέρουν μια κακή εικόνα στους περιπατητές της Διον. Αρεοπαγίτου. Πέραν του απαράδεκτου όγκου, αυτή η «παντόφλα» που υπερίπταται της εισόδου θα είναι το ποιο αρνητικό στοιχείο της όλης σύνθεσης.
Συνολικά, το ενεργοβόρο αυτό κτίριο αποπνέει έντονα αρχιτεκτονική αρχών της δεκαετίας του 60. Ίσως γιατί σαν καλός επαγγελματίας που είναι, εκτός από πολύ γνωστός αρχιτέκτων, κατάλαβε πως τέτοια αρχιτεκτονική έχει πέραση σε μία χώρα όπου η κίνηση της προόδου και των αναζητήσεων είναι αντιστρόφως ανάλογη της κυκλοφορίας ακριβών αυτοκινήτων. Έτσι παρ’ όλον ότι στο παρελθόν είχε πάρει αρνητική θέση για την αναγκαιότητα κατασκευής τέτοιου όγκου μουσείου στο σημείο αυτό, μόλις κτύπησε το καμπανάκι του διαγωνισμού έτρεξε αμέσως να δηλώσει παρών.

Το κτίριο του Κουρεμένου μοναδικό στην Ελλάδα Art Decó υψηλής ποιότητας καθώς και το νεοκλασικό του Παπαθανασίου, ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα στην Αθήνα, κινδυνεύουν να κατεδαφιστούν χωρίς σοβαρό λόγο, αλλά από μία λογική που παραμένει ακόμη στην εποχή της αλόγιστης ανοικοδόμησης με τον φερετζέ της ανάπτυξης.

Από τα πολλά που γράφθηκαν στον τύπο το τελευταίο δίμηνο συγκράτησα δύο άρθρα που υποστηρίζουν τα υπέρ και τα κατά της κατεδάφισης.
Το πρώτο αναφέρεται στη τοποθέτηση του Γεωργίου Αλέξανδρου Μαγκάκη, και το δεύτερο του αν. καθηγητή Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής τουΑ.Π.Θ. κ. Α. Γιακουμακάτου.
Θα ξεκινήσω την παράθεση με την Γνωμοδότηση του Γεωργίου Αλέξανδρου Μαγκάκη η οποία βάζει το θέμα στο βάθρο που του αξίζει και οι περισσότεροι παραβλέπουν. Αυτό αφορά κύρια την ελαφρότητα που αντιμετωπίζονται οι θεσμοί στον τόπο μας όχι μόνο από την άγνοια του μέσου πολίτη, αλλά και από αυτούς που είναι υποχρεωμένοι να τους προστατεύουν λόγω θέσης στη πολιτική και πνευματική ιεραρχία.
Λέει λοιπόν ο Γ. Α. Μαγκάκης:
«…ο χαρακτηρισμός ενός οικοδομικού έργου ως διατηρητέου στηρίζεται, όπως είναι αυτονόητο, στην αναγνώριση της πολιτιστικής σημασίας του, η διαφύλαξη της οποίας υπηρετεί την πολιτιστική μας αυτογνωσία. Ο χαρακτηρισμός, συνεπώς, αυτός δεν μπορεί να αναιρεθεί και να επιτραπεί η κατεδάφιση του κτηρίου, εκτός αν εκ των υστέρων ήθελε κριθεί ειδικά και μόνον ως πολιτιστικά εσφαλμένος. Αν μάλιστα αποτολμηθεί για λόγους πρακτικούς, άσχετους προς το πολιτιστικό νόημά του, τότε εκφράζει πολιτιστική επιπολαιότητα, η οποία συνιστά απαράδεκτη απαξίωση της πολιτιστικής ευαισθησίας μίας κοινωνίας. Η πρόταση, συνεπώς, του αποχαρακτηρισμού των δύο κτηρίων της οδού Δ. Αρεοπαγίτου είναι πολιτιστικά απαράδεκτη, η οποία , αν αποτολμηθεί, θα συνιστά πολύ κακή περίπτωση άσκησης της κρατικής εξουσίας. Ο λόγος δε που προβάλλεται, συγκεκριμένα ότι έτσι οι θαμώνες του αναψυκτηρίου του Ν. Μουσείου θα έχουν καλύτερη θέα προς την Ακρόπολη, είναι αληθινά ταπεινωτικός». (εφ. «Ελευθεροτυπία» 31-7-07)

Σαφής και απλός λόγος ενός νομικού, που διδάσκει την συνέπεια που απορρέει από την σωστή εκτίμηση του νόμου όπου δεν χωράνε ερμηνευτικές απλουστεύσεις. Αντίθετα η απόφαση του Κ. Βουλγαράκη λέει : «…αίρουμε την ολική και διηνεκή προστασία του επί της οδού Διον. Αρεοπαγίτου 17 πολυώροφου κτιρίου ευρισκόμενου εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου Ακρόπολης προκειμένου το νεοανεγερθέν Μουσείο Ακρόπολης, που θα στεγάσει τα αριστουργήματα της ελληνικής πλαστικής από τα μνημεία της Ακρόπολης, να έχει απρόσκοπτη επαφή με τον αρχαιολογικό χώρο του ιερού βράχου με τον οποίο αποτελεί αδιάσπαστη πολιτιστική ενότητα.» κλπ,κλπ.
Για την αναγνώριση της πολιτιστικής σημασίας των κτιρίων, κουβέντα ο κύριος υπουργός, αντίθετα οι υπερβολές και τα λεκτικά κλισέ όπως «…να στεγάσει τα αριστουργήματα… ή …ο ιερός βράχος…» δίνουν και παίρνουν, για να υπογραμμίσουν την αμηχανία του ΥΠΠΟ μπρος σε αυτή την απόφαση.
που, όπως λέει και ο Μαγκάκης, «συνιστά απαράδεκτη απαξίωση της πολιτιστικής ευαισθησίας μιας κοινωνίας».


Το επόμενο άρθρο, του κ. Α. Γιακουμακάτου, με τον τίτλο « Το δίλημμα της κατεδάφισης» στο «ΒΗΜΑ» της 15/7/07, συνηγορεί υπέρ της κατεδάφισης με αντιφατικά επιχειρήματα, κύρια ως προς την ειδικότητά του, Ιστορικού και Θεωρητικού της Αρχιτεκτονικής, στο κύρος της οποίας πλαγιάζει για να μας πείσει.
Από την βάθρο της αρμοδιότητάς του, αφού μας περιηγήσει στην βιογραφία του Β. Κουρεμένου, την ποιότητα της δουλειάς του, την αποδοχή του έργου του με απονομή από την πολιτεία των τίτλων του ακαδημαϊκού και συμβούλου του Ελ. Βενιζέλου, την διατύπωση της κρίσης του για το κτίριο σαν «ευτυχή διατύπωση ενός αφαιρετικού κλασικισμού γαλλικής προέλευσης, σε μία μεταβατική για την νεοελληνική αρχιτεκτονική περίοδο, της οποίας αποτελεί μια από τις πιο εκλεπτυσμένες εκφάνσεις», στο τέλος αποφαίνεται : γκρεμίστε το! Από το Πάνθεον στα Τάρταρα.

Το άρθρο με νευρικότητα κινείται μεταξύ ανάδειξης της ποιότητας, της προς κατεδάφιση οικοδομής, έμμεσης απαξίωσης[1] και προβολής ιδιοτέλειας από μέρους των ιδιοκτητών να σώσουν το σπίτι που μεγάλωσαν και έκτισε και έζησε ο πατέρας τους - λες και δεν το έχουν αυτό το δικαίωμα- αλλά και του παζαρέματος, μια και υπάρχουν δύο κτίρια του Κουρεμένου στον ίδιο δρόμο. Ας χάσουμε το ένα. Θα μας μείνει το άλλο στον αριθμό 3,7 στο οποίο «το σχεδιαστικό ήθος του Ηπειρώτη αρχιτέκτονα διατυπώνεται με ταυτόσημους όρους». «Οι ρέκτες της καλής Αρχιτεκτονικής» εμείς δηλαδή, θα μείνουν έτσι ικανοποιημένοι.
Μπράβο του! Έπιασε τον ταύρο απ' τα κέρατα.
Το ήθος όμως του ρέκτη καθηγητή αποκρύπτει το γεγονός ότι το σπίτι του αριθμού 17 έχει μια άλλη ποιότητα στις πλαστικές εφαρμογές που το κατατάσσουν μοναδικό. Όχι μόνο μεταξύ των άλλων έργων του Β. Κουρεμένου, αλλά και μεταξύ των ελάχιστων στην Ελλάδα και ισότιμο με αντίστοιχα ευρωπαϊκά ή αμερικανικά
Επίσης, η αντιπαράθεση του ιδιωτικού συμφέροντος ( οικία Κουρεμένου ), με το δημόσιο ( Μουσείο) είναι ατυχής για τον κύριο καθηγητή της Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής. Ο απλός λόγος είναι ότι το κτίριο αυτό ανήκει στην ιστορία αυτής της πόλης και αυτής της χώρας, όπως επίσης και ο αρχιτέκτονάς του. Έχει καταστεί πλέον δημόσιο κτήμα. Υπήρξε μάλιστα και κατοικία του, αν αυτό συντρέχει σαν επί πλέον λόγος διατήρησης ενός κτιρίου, για την τρέχουσα ρωμέϊκη λογική.
Το αν «οι πάσης φύσεως κάτοικοι έχουν δίκιο γιατί απειλούνται οι ιδιοκτησίες τους», θέλω να διευκρινίσω ότι δεν απειλείται καμία ιδιοκτησία μου. Απειλείται όμως η αισθητική μου καθώς και η συναισθηματική σχέση με την γειτονιά αυτή στην οποία η οικογένειά μου κατοικεί για τέσσερις γενιές. Είναι η συνύπαρξη σε βάθος παρελθόντος χρόνου που φτιάχνει και «δένει» την κοινωνία των Πόλεων. Και πάνω σ’ αυτήν τη μαγιά κτίζεται και το μέλλον. Οι αμερικανιές, του τύπου γκρεμίζουμε για να ανανεωθούμε από την μιζέρια (?), δεν πρέπει να σαρώσουν εμάς και ότι ελάχιστο που απέμεινε από το νεώτερο παρελθόν.
Παράλληλα όμως μου γεννιούνται δύο ερωτήματα. Το πρώτο, αν στην θέση των δύο προς κατεδάφιση κτιρίων βρισκόταν, το κοντινό στο Μουσείο σχολείο του Π. Καραντινού, γνωστό και σαν Σχολή Μπούρα, που έχει μελετήσει και δημοσιεύσει ο κ. καθηγητής θα είχε την ίδια άποψη που τρέφει την ορμή στο κατεδαφιστικό του μένος?
Το δεύτερο, αν συναινεί τόσο εύκολα στην εξαφάνιση μοναδικών δειγμάτων της αρχιτεκτονικής, σκέφτηκε αν θα του μείνει και τίποτα να διδάξει στο μέλλον;
Στο ερώτημά του, εκβιαστικό διότι παραθέτει χαρακτηρισμούς με αρνητικούς συνειρμούς, τι να προτιμήσουμε την ιδιωτική οικοδομή του 1925 (όχι δημόσιο και παλαιό) ή το νέο Μουσείο (δημόσιο και μοντέρνο) , απαντούμε, και τα δύο. Θα δικαιώσει ο χρόνος τις επιλογές. Στα πολιτισμένα κράτη η θανατική καταδίκη έχει καταργηθεί και για έναν, επί πλέον του ηθικού, λόγο. Ότι η πλάνη δεν αποκαθίσταται.


[1] Εκτός από την απαξιωτική αναφορά στα «οπίσθια» των οικοδομών, στο ίδιο απαξιωτικό μοτίβο είναι και το ψέμα για το παράνομο πανωσήκωμα, Ο συντάκτης έδειξε αμέλεια στην πληροφόρησή του, (ή μήπως πονηριά;). Ήδη στην «Ελευθεροτυπία» της 10/7/07 σελ.34, αναφέρεται σαφώς από την θυγατέρα του Β. Κ. ότι ο 4ος όροφος κτίσθηκε νόμιμα το 1947.
Και για να παραφράσω τα των "οπισθίων", θεωρώ την οικία Κουρεμένου καλήπυγο.

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2007

Η ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ ΜΙΑΣ ΘΕΑΣ








Γύρισα στην Αθήνα πάλι για να ασκήσω το εκλογικό μου δικαίωμα, στην αγαπημένη γειτονιά όπου μεγάλωσα. Την – άγνωστη σαν όνομα πλέον – Γαργαρέττα. Ή, παλαιότερα, Κολωνάκι. (Όχι το γνωστό του Ντα Κάπο). Μιλάω για την περιοχή γνωστή πλέον σαν «Μακρυγιάννη», όπου δείχνει πλέον το μπόι του το Νέο Μουσείο Ακροπόλεως, μύτη-μύτη με το κτίριο «Βάϊλερ», για να στεγάσει τα διεκδικούμενα μάρμαρα του Παρθενώνα. (Αν δεν τα δώσουν οι Άγγλοι θα μείνει μισοάδειο ή μισογεμάτο. Όπως προτιμάτε.)
Μία γρήγορη βόλτα στον συνωστισμένο δρόμο από τα περίπτερα της έκθεσης βιβλίου, της Δ. Αρεοπαγίτου για να ξαναδώ για εκατομμυριοστή φορά και ίσως τελευταία, το κτίριο του Βασίλη Κουρεμένου στο Νο. 17.

Ο ΥΠΠΟ υπέγραψε, παραμονή των εκλογών, την θανατική καταδίκη των δύο κτιρίων, το αρ-ντεκώ του αρχιτέκτονα του μεσοπολέμου Βας. Κουρεμένου και το νεοκλασικό ιδιοκτησίας Βαγγ. Παπαθανασίου επί της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου, βιαστικά-βιαστικά, πριν τις εκλογές, στα μουλωχτά, μην τον προλάβει κανένας καινούργιος υπουργός και αλλάξει ρότα η υπόθεση. Έτσι έκλεισε ένας κύκλος που ξεκίνησε την εποχή του Καραμανλή πρεσβύτερου και τελείωσε επί Καραμανλή νεότερου. Ο πρώτος γκρέμισε το σπίτι και εργαστήρι του Παρθένη, ακριβώς απέναντι από το μπαρ-εστιατόριο «Διόνυσος», για τους ίδιους λόγους που ο νεώτερος κατεδαφίζει τα κτίρια των αριθμών 17-19 του ίδιου δρόμου. Δεν εμπόδιζαν, αλλά ενοχλούσαν την άρτια-σχεδόν παρθενική- εικόνα της θέας προς την Ακρόπολη, των πελατών των δύο καφέ-εστιατορίων. Έτσι η Καραμάνλιος αισθητική συνεχίζεται απρόσκοπτα, παρ’ όλον ότι τα αποτελέσματα τα ζούμε πανελλαδικά εδώ και 45 χρόνια.
Χτικιό ιστορία αυτή της ανέγερσης του Μουσείου ακροπόλεως, αλλά ας κάνω μια επιστροφή στο παρελθόν με ό,τι θυμάμαι τα τελευταία χρόνια.


1- Η ΑΡΧΗ

1969. Η εποχή της μαύρης σκλαβιάς και το σύμβολο της Δημοκρατίας.





2004 .Η εποχή της απελευθέρωσης και το σύμβολο της ελευθερίας.



Και άρχισαν τα έργα με στόχο την ανάδειξη. Του αρχαίου μας πλούτου και των γλυπτών που δεν ήσαν εκεί. Γιατί ήσαν αλλού. Είπαν οι αρχηγοί μας ότι, εάν κατασκευάσουμε κατάλληλο χώρο υποδοχής τότε η αποδοχή από μέρους των σημερινών ιδιοκτητών θα είναι ενθουσιώδης. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που ντρεπόμενοι για της βανδαλώδεις ενέργειες κάποιου τρισάθλιου προγόνου τους, θα μας επέστρεφαν αυθωρί και παραχρήμα τα υπεξαιρεμένα γλυπτά έτσι ώστε να βρεθούν στον ιστορικό τους τόπο. Βεβαίως δεν λέμε ξεκάθαρα ότι έτσι θα κόβουμε εμείς εισιτήρια αντί γ’ αυτούς. Αυτό το γνωρίζουν καλά γ’ αυτό και κάνουν τους δύσκολους, παρ’ όλον ότι ένας από τους πρωθυπουργούς του παρελθόντος τα είχε ζητήσει δανεικά με μισακά κέρδη. Τι, βλάκες είναι; Είπαν όχι!

Και η νέα μεγάλη ιδέα θεμελιώθηκε. Που; Μα πάνω σε άλλα αρχαία. Η γειτονιά αυτή είναι γεμάτη.
Δεν το ξέρανε;
Περίεργο; Όχι, καθόλου.
Εκατό χρόνια είναι που εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης (1878) και πενήντα από την έναρξη της αντιπαροχής. Κατά δεκάδες οι ανοικοδομήσεις κατ’ έτος.

Σειρά:
Κατεδάφιση προϋπάρχοντος. (Συνήθως διώροφο νεοκλασικό).
Μετά εκσκαφή.
Μετά, εύρεση αρχαίων.
Μετά, καταγραφή, αποτύπωση, φωτογράφηση αρχαίων.
Μετά, πέταγμα αρχαίων και συνέχιση των εργασιών.
Αποτέλεσμα:
Μια επαναλαμβανόμενη ενέργεια γίνεται συνήθεια σε επίπεδο διαστροφής. Έτσι σκέφτηκαν οι άνθρωποι. «Μια και τα κτίζουμε πάνω από έναν αιώνα τι έγινε αν κτίσουμε κι’ αυτά; Σιγά τα’ αυγά. Μίλησε ποτέ κανείς ποτέ;» Όχι.
Αυτή την φορά όμως, μίλησαν. Και πάρα πολλοί. [1]


[1]«… Οι αρχιτέκτονες, Αριστομένης Προβελέγγιος, Άρης Κωνσταντινίδης και Γεώργιος Κανδύλης, ο τότε Πρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας κ. Γεώργιος Δοντάς, ο Γραμματέας της Αρχαιολογικής και νυν Πρόεδρός της και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών κ. Βασίλειος Πετράκος, η γνωστή από τις εργασίες της για την αναστήλωση της Μονεμβασιάς και διευθύντρια της Γενναδίου Βιβλιοθήκης κα. Χάρις Καλλιγά, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου και ανασκαφέας της Σαντορίνης κ. Χρίστος Ντούμας, ο γνωστός αρχιτέκτων και αρχαιολόγος Ιορδάνης Δημακόπουλος, ο επίτιμος έφορος αρχαιοτήτων Γεώργιος Παπαθανασόπουλος. Ακόμη, ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων μέχρι την αλλαγή της ηγεσίας του, οπότε ο νέος Πρόεδρός του (προερχόμενος από την τότε κυβερνητική παράταξη) μετείχε και στην και στην επιτροπή του τελευταίου διαγωνισμού, το ελληνικό τμήμα αλλά και η Γενική Συνέλευση του ICOMOS, η Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ, 21 καθηγητές αμερικανικών πανεπιστημίων, μεταξύ των οποίων και ίδιος ο Τσουμί (μέχρι που πήρε τη δουλειά και σίγησε), 63 καθηγητές ελληνιστές, ιστορικοί και αρχαιολόγοι από γαλλικά πανεπιστήμια, καθηγητές αυστριακών πανεπιστημίων και ο κατάλογος δεν κλείνει».
«Μουσείο εξαγοράς συνειδήσεων;» του Γιώργου Σαρηγιάννη, Καθηγητή Πολεοδομίας στο Ε.Μ.Π. Περιοδικό «ΑΝΤΙ», τεύχος 815 (16/4/04)





Αλλά δεν ίδρωνε τα’ αυτί του υπουργού. (Που είναι και καθηγητής του συνταγματικού δικαίου.)
Αυτός είχε την έπαρση που του ‘δινε ο ενθουσιασμός του δίκαιου αγώνα.
Υπήρχε διάχυτη η ιαχή: «εμπρός για μια νέα σοσιαλιστική Ελλάδα». Όλοι χαιρόντουσαν και χαμογελούσαν. Η αισιοδοξία μας δρόσιζε τα μάγουλα και στέγνωνε τις καλοκαιριάτικες μασχάλες. Η εθνική μας ταυτότητα θα αποκτούσε μία ακόμη σφραγίδα πιστοποίησης ISO.




Τώρα πλέον το «διατηρητέο» κτίριο του Βάιλερ άρχισε να σβήνει από την οπτική αυτών που ανηφορίζουν μια ζωή την οδό Μακρυγιάννη. Ήταν κάποτε η ωραιότερη και ποιο πλήρης εικόνα του ιστορικού χώρου. Έβλεπες, κατά την πορεία ανόδου το παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομείο με φόντο την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα. Όταν μάλιστα έφτανες στο μέσο της διαδρομής, ατένιζες στα αριστερά και το μνημείο του Φιλοπάππου, που συμπλήρωνε το πανόραμα.


Στο άμεσο μέλλον για να τα δεις όλα αυτά - την καθημερινή μας οπτική τροφή - θα χρειάζεται να κόψεις εισιτήριο συν τοστ-φραπεδάκι στην ταράτσα – υπόστεγο.





Ο καθ. Παντερμαλής , πρόεδρος του Οργανισμού Ανέγερσης Νέου Μουσείου Ακροπόλεως, τελευταία αποφάνθηκε ότι το κτίριο δεν αναπνέει εγκλωβισμένο με τα γειτονικά διατηρητέα του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου. Αν το δει από την Ακρόπολη θα διαπιστώσει ότι δεν χωράει πουθενά σ’ αυτή τη δύσμοιρη πόλη. Γι’ αυτό κι’ έβαλε πλώρη, επιτυχή μέχρι τώρα, για την κατεδάφιση τους. Τον θυμάμαι σε μία συνέντευξη που είχε παραχωρήσει σε κάποιο από τα κυριακάτικα ένθετα, ένα χρόνο πριν τους ολυμπιακούς, να λέει πως το μουσείο θα είναι έτοιμο για της εκδηλώσεις της έναρξης. Φαίνεται, ο άνθρωπος δεν έχει παρατηρητικότητα γιατί πολυκατοικία πενταώροφη των 150 τ.μ. ανά όροφο, αν έβλεπε στην γειτονιά του να κτιζόταν, θα τελείωνε σε δύο χρόνια.



Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2007

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΚΑΠΝΟΥΣ ΚΙ' ΑΠΟΚΑΪΔΙΑ

Δύο πράγματα με συγκίνησαν στη χθεσινή εφημερίδα. Το ένα ήταν τα κέρδη της
εθνικής Τράπεζας που τρέχουν με 60% μόνο για το πρώτο εξάμηνο!!! ευτυχώς που συμμετέχω κι’ εγώ σ’ αυτόν τον πλούτο με καταθέσεις 46€. Νοιώθω άλλος άνθρωπος.

Το άλλο είναι η δήλωση του Χριστόδουλου από το κρεβάτι του πόνου στο Μαϊάμι. Είπε : «αυτό που συνέβη είναι πρωτοφανές και χωρίς αμφιβολία είναι σχέδιο ανατρεπτικό της πολιτικής ευστάθειας».



Δεν γνωρίζω τις πηγές που αντλεί τέτοια βεβαιότητα σε θέματα τόσο υλικά ενώ συνδιαλέγεται με τα θεία. Θα ήταν λογικότερο να μας πει ότι είναι θεία τιμωρία για τις αμαρτίες μας. Κι’ έχουμε πολλές, κύρια όμως την μέχρι τώρα ψήφο μας.

Ο Πάπας ήταν σαφέστερος κατηγορώντας οργανωμένα συμφέροντα για το μπουρλότο που ανάβει στην Μεσόγειο από Ελλάδα μέχρι Πορτογαλία. Μετά το filioque νέα διάσταση απόψεων Η σύγκλιση των εκκλησιών θα είναι δύσκολη. H σύγκλιση όμως της δεξιάς του Θεού με τον «Θεό» σίγουρη. Να ‘ναι καλά και τα 30.000.000€ του προσφοράς των φορολογουμένων προς τα Θεία μέσω Αλογοσκούφη.

σαν συνέχεια του προϋγούμενου




...........Βρήκα επιτέλους κι’ αυτές τις φωτογραφίες για τα σκουπίδια του άλσους που αγκαλιάζει το ρέμα στην είσοδο του ζωωλογικού κήπου και τον χώρο πρόσβασης στο Θέατρο Δάσους. Τις τράβηξα πρίν λίγα χρόνια την παραμονή που κάποια συνεργεία (του Δήμου, της Νομαρχίας ; Άγνωστο) τα σκεπάσει με χώμα, για να συνεχιστεί η προσθήκη νέων φορτωμάτων από αγνώστους. Σε λίγο καιρό ίσως να βρίσκουμε μπάζα και σπαζμένες καρέκλες, μπανιέρες με ντουλάπια και στην πλατεία Αριστοτέλους.