Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ



Η περιοχή όπως ήταν λίγο πριν την εποχή που θα κτιζόταν το σπίτι. Στο βάθος το κτίριο «Βάιλερ» όπου σήμερα βρίσκεται το Ν.Μουσείο Ακροπόλεως. Η θέση του θα είναι στο βάθος δεξιά, όπου μερικά διάσπαρτα οικήματα. Το όριο του οικοπέδου Βάιλερ, όπως το ορίζει η τυφλή επιφάνεια του κτηρίου δεξιά αμέσως μετά τα δένδρα, είναι η γραμμή της σημερινής οδού Μητσαίων.



Άποψη της περιοχής Ακρόπολης από τον λόφο του Φιλοπάππου, λίγο πριν τον πόλεμο του’40
Η οδός Δ. Αρεοπαγίτου είναι στην παλαιά της χάραξη στο ύψος του Ηρωδείου. Στο μέσον, διακρίνεται, από την κατεύθυνση που ορίζουν οι όψεις των κτηρίων, η οδός Ουέμπστερ. Στα δεξιά και επί της οδού Δ. Αρεο/του φαίνονται οι πίσω όψεις των οικοδομών Μαντούβαλου και Κουρεμένου.




Στο τέλος του χρόνου που πέρασε, ήλθε και το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Αυτής που ταύτισα με το σπίτι μας, το οποίο πλέον μετά τις αργόσυρτες προσυμφωνίες και μετέπειτα συμφωνίες και συμβόλαια, δόθηκε στην αειθαλή αντιπαροχή.
Το θυμάμαι το σπίτι αυτό όταν παιδί είχα έρθει με τον πατέρα μου επίσκεψη στην θεία Αγγελική Ηρακλέους που το κατοικούσε. Το είχε κατασκευάσει ο άνδρας της, μηχανικός τότε της σχολής των Τεχνών, στα 1900. Το οικόπεδο υπήρχε από το 1880. Νεοκλασικό, όπως ήταν τότε του συρμού, με αυλίτσα, πέργκολα που κρατούσε κληματαριά σιδερίτη και χαγιάτι με θέα τον Παρθενώνα, έως ότου οι αναγηρώμενες, ταχύτατα οικοδομές μας κόψανε την θέα.
Συγκατοικήσαμε μα την θεία Αγγελική, η οποία μας «έφυγε» σχεδόν 90 ετών και το σπίτι, γειτονιά με την Ακρόπολη και την Πλάκα, έγινε η αγκάλη που ζέστανε την αίσθηση της σιγουριάς μας για τα επόμενα 50 χρόνια.. Η μικρή απόσταση από τους ιστορικούς χώρους Ακρόπολης, λόφου Φιλοπάππου, Πλάκας και Θησείου, μας πλούτισε με εικόνες, αίσθηση του μέτρου, την φύση της Αττικής και της αρχιτεκτονικής, αρχαίας και νεότερης.




Όπως ήταν το έτος 1953.



























Πάνω, η όψη του δρόμου και κάτω η όψη της αυλής με το τζαμωτό του χαγιατιού.




Η θεία Αγγελική με τον εξάδελφό της λίγο πριν τα 1900.




Οι δρόμοι, ο δικός μας και οι κάθετοι, ήσαν χωμάτινοι. Λάσπη τον χειμώνα και σκόνη του καλοκαίρι. Φρόντιζε ο Δήμος, κατά τις 5 το απόγευμα, να στέλνει βυτίο να ραντίζει, έτσι ώστε να καταλαγιάζει η σκόνη και να μας δροσίζει για λίγη ώρα. Αμέσως μετά, από το βάθος του δρόμου, ακουγόταν η φωνή του παγωτατζή που διαλαλούσε τα παγωτά «Έβγα». Η ασφαλτόστρωση έγινε σταδιακά με την έναρξη του Φεστιβάλ Αθηνών και οπτικού εξωραισμού της περιοχής. Πρώτα οι κάθετοι προς την Δ. Αρεοπαγίτου, μια και φαίνονταν από τους τουρίστες και τους επισκέπτες του Ηρωδείου και αργότερα, δεν θυμάμαι πότε, οι παράλληλοι, όπως ο δικός μας.





Στη γειτονιά πλειοψηφούσαν τότε οι μονοκατοικίες, με αρκετά κενά οικόπεδα, τα οποία σταδιακά αγοράζονταν για την κατασκευή νεότερων μονοκατοικιών από νεοαφιχθέντες γείτονες. Αυτά πριν την εμφάνιση της αντιπαροχής. Πολλές από αυτές δεν ενέδωσαν στις εργολαβικές σειρήνες, ίσως γιατί κάλυπταν τις ανάγκες των ιδιοκτητών τους μέχρι και σήμερα. Συνήθως διώροφα, με ένα άνετο διαμέρισμα ανά όροφο, εξασφάλιζαν στέγη για το μέλλον των, κατά κανόνα δύο παιδιών, οπότε και η αντίστοιχη αντιπαροχή δεν θα προσέφερε περισσότερα, πλην της ταλαιπωρίας.


Σε ένα -δύο από τα μεγαλύτερα κενά οικόπεδα της περιοχής, χτίστηκε η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή και στο άλλο και απέναντι του προηγουμένου, το ξενοδοχείο “Divani”. Το τελευταίο κτίστηκε στον χώρο που καταλάμβανε παλαιότερα ο θερινός κινηματογράφος «Ερέχθειον», που μαζί με το «Σινέ Παρί», τον «Πρωτέα», το «Θησείον» και την «Αίγλη του Ζαππείου μας περικύκλωναν, ακτινωτά και αποτελούσαν την καθημερινή, σχεδόν, κατάληξη στις φυγόκεντρες βραδινές μας εξόδους. Τότε τα θερινά άλλαζαν πρόγραμμα τρεις φορές την εβδομάδα, με έργα της χειμερινής περιόδου. Έτσι ξαναβλέπαμε αυτά που μας είχαν εντυπωσιάσει, ή επιτέλους, βλέπαμε αυτά που είχαμε χάσει. Το «Σινέ Παρί και κύρια το «Θησείον» προσέφεραν και θέα στην Ακρόπολη. Πράγμα που απέβαινε πολύ θετικό όταν η ταινία ήταν βαρετή.



Το Φεστιβάλ Αθηνών, εκτός των ασφαλτοστρώσεων, έφερε μεγάλες αλλαγές στην περιοχή, με κύρια την αναβάθμιση της οδού Δ. Αρεοπαγίτου και την διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου της Ακρόπολης και του Λόφου Φιλοπάππου. Η εργασίες έγιναν με την καθοδήγηση του αρχιτέκτονα Δ. Πικιώνη και αποτελούν ένα από τα ωραιότερα δείγματα αρχιτεκτονικής υπαίθριου χώρου στο κόσμο.
Η αρχιτεκτονική ποικιλότητα της περιοχής περιελάμβανε όλα τα στυλ που διεκδίκησαν μερίδιο αισθητικής προσφοράς από την εποχή του Τρικούπη μέχρι τις μέρες μας. Η ταξική διαστρωμάτωση ποίκιλε και καθρεφτίζονταν στο μέγεθος και την ποιότητα κατασκευών. Μικρά μονώροφα με αυλίτσα και διώροφα, τριώροφα μέγαρα παντός τύπου. Νεοκλασικά, νεοκλασικίζοντα, Αρ Ντεκώ, υπολανθάνουσα Αρτ Νουβώ, Μπαουχάουζ (κοντά ήταν το στούντιο του Θ. Βαλεντή), προπολεμικές τριώροφες πολυκατοικίες και νεώτερες της αντιπαροχής, αρκετές εκ των οποίων έγιναν σε σχέδια γνωστών καλών αρχιτεκτόνων του ’50 και ’60.
Στην οδό Καλλισπέρη υπάρχει διώροφη οικοδομή σχεδιασμένη από τον Τάκη Ζενέτο.















Λίγα νεοκλασικά εναπομείναντα στην οδό Καβαλλότι.






Η γειτονιά «καλλιτέχνιζε». Αρκετοί γνωστοί των γραμμάτων και τεχνών ζούσαν στα πέριξ. Συχνά ανεβαίνοντας την οδό Ροβέρτου Γκάλι λίγο πριν τον «Διόνυσο» γωνία με οδό Ουέμπστερ, στο ισόγειο έμενε ο Μπόστ. Το σπίτι ήταν προίκα της γυναίκας του, η αδελφή της οποίας έμενα στον πάνω όροφο. Αν το παράθυρο του γραφείου του, που έβλεπε στην Ρ. Γκάλι, ήταν ανοικτό, σταματούσα προς στιγμή να κοιτάξω κλεφτά μέσα γιατί είχε πολλά έργα του αναρτημένα στον απέναντι του παραθύρου τοίχο. Θυμάμαι το ανάπτυγμα σε κατά το μήκος τομή, ενός πλοίου. Αργότερα άμαθα από την κουνιάδα του, μα την οποία κάναμε μαζί αγγλικά στην ίδια δασκάλα, ότι ήταν η «Χριστίνα» του Ωνάση. Του το είπα όταν τον γνώρισα στην Θεσσαλονίκη το ’75, σε προεκλογική παρουσία του ΚΚΕ με το οποίο κατέβαινε, νομίζω, υποψήφιος . Μαζί του ήταν και ο συνυποψήφιος του ο, εκλειπόν πλέον, καθηγητής του Α.Π.Θ. Παύλος Πετρίδης.
Στην οδό Ουέμπστερ κάθονταν και ο Σπύρος Βασιλείου. Το σπίτι ήταν όψιμου νεοκλασικισμού, στο οποίο είχαν κάνει προσθήκη κατ’ όροφο, όπου βρισκόταν το διαμέρισμα και το ατελιέ. Λόγω της γνωριμίας μου με τις δύο θυγατέρες του επισκεπτόμουν το σπίτι όπου και με εντυπωσίαζε ο μεγάλος πίνακας αναπαράστασης της θέας που είχε το διαμέρισμα από την πίσω πλευρά., προς την Ανατολή. Η εικόνα ξεκινούσε από τα Προπύλαια της Ακρόπολης και έφτανε στην νότια κορυφογραμμή του Υμηττού. Σχεδόν στη μέση στο κάτω μέρος, έβλεπα το σπίτι του αγαπημένου φίλου Γ.Π. η αυλή του οποίου είχε μεσοτοιχία με το σπίτι των Βασιλείου και ήταν και ο λόγος γνωριμίας μας με τα κορίτσια.
Στην συμβολή των οδών Μισαραλιώτου και Βείκου ήταν μέχρι τα μέσα του ’60 και η διώροφη κατοικία της οικογένειας του ζωγράφου Αλ. Αλεξανδράκη. Από τα ωραιότερα κτίρια της παλαιάς Αθήνας με μεγάλο κήπο και με κάποια στοιχεία, απ’ όσο θυμάμαι, Αρ Νουβό.
Δίπλα στο σπίτι μας, στο διώροφο αριστερά, όπως φαίνεται στην φωτογραφία, έμενε το ζεύγος Φραντζεσκάκη του «Ζυγού». Όταν το σπίτι έγινε πολυκατοικία (η πρώτη της γειτονιάς), έφυγαν. Δεν έτυχε να ξανασυναντηθούμε. Τους κτυπούσα το κουδούνι, παιδί τότε, για μια καλημέρα με την ελπίδα όμως να μπω για λίγο μέσα στο διαμέρισμα, όπου θαύμαζα στους τοίχους ωραία έργα ζωγραφικής. Με είχαν εντυπωσιάσει οι πρωτότυπες μήτρες, για ακουαφόρτε και ξυλογραφία, που αναρτούσαν μαζί με τα άλλα έργα.

Δεξιά, η κατοικία Οικονόμου στέγασε για πολλά χρόνια το ένα από τα δύο παραρτήματα του Γ’ Γυμνασίου θηλέων. Από εκεί αποφοίτησαν η Μάρω Κοντού, η Νανά Μούσχουρη, η Μίκα Φατούρου και η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου. Δεν έτυχε να τις συναντήσω τότε, αλλά έτυχε να τις γνωρίσω μετά από 40 σχεδόν χρόνια όλες στην Θεσσαλονίκη, πλήν της Μούσχουρη.
Προς το τέλος του ’50, αποφασίσθηκε η επέκταση του σπιτιού, με προσθήκη σε βάρος της αυλής. Η προσθήκη περιελάμβανε και πρόβλεψη ορόφου για την μελλοντική αποκατάσταση και των δύο γόνων της οικογένειας. Η επέμβαση όμως, σε ότι αφορά την αισθητική πλευρά, ήταν ατυχής. Ο αρχιτέκτων που ανέλαβε την μελέτη «εκμοντέρνισε» το νεοκλασικό, κάνοντάς το ένα άχαρο «minimal», όπως θα λέγαμε σήμερα.
Το «κουτί» της φωτογραφίας, σίγουρα δεν έχει την «χάρη» του παλαιού, αλλά να υπενθυμίσω ότι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής του ’50, επέβαλε μία ασυγκράτητη ανανέωση σε όλα. Στα κτίρια , η αισθητική αγοραίου μπάουχαουζ των πολυκατοικιών, επέβαλε λιτές γραμμές και καθαρές επιφάνειες.


Το σπίτι λίγους μήνες πριν την κατεδάφιση.



Το διπλανό κτίριο της οικίας Οικονόμου, που στέγαζε για χρόνια το 3ο Γυμνάσιο Θηλέων















Η γιότσα με τα συμπληρώματά της, που φέραμε από το νησί, για να μην στερούμαστε την αύρα του.












Η φορτέτσα βέκκια μες το ιόνιο φώς,.









Και το τέλος μιας εποχής.





Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2008

ΔΙΑΦΆΝΕΙΑ ΤΩΡΑ. ΟΛΑ ΕΞΩ, ΣΤΟ ΦΩΣ ή άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε



Διαβάζω στον «Στάθη» της «Ελευθεροτυπίας» (15/1) τα σχόλια για την εκδήλωση της οργάνωσης «Διεθνής Διαφάνεια Ελλάς», με θέμα την διαφθορά, όπου γράφει για τον Προϊστάμενο της εν λόγω οργάνωσης, τον κ. Μπακούρη που τσίμπησε 500.000.000δρχ σαν αποζημίωση απόλυσης από προϊστάμενος του Οργανισμού για τους Ολυμπιακούς αγώνες, όπου δεν έκανε τίποτα. Η εκδήλωση έγινε «στην Μέκκα της Διαφάνειας εν Αθήναις, στο Μέγαρο Μουσικής, ένα κτήριο κρυστάλλινο».
Θα συμπληρώσω κάτι που λίγοι πλέον θα θυμούνται και ίσως λίγοι, στο σύνολο των 10.000.000 νεοελλήνων, το ξέρουν. Ότι η παράπλευρη-συνεχόμενη του Μέγαρου Μουσικής πολυώροφη σε βάθος υπόγεια αίθουσα «Τριάντη», συναυλιών και λυρικού δράματος, είναι το μεγαλύτερο αυθαίρετο της επικράτειας. Η οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Αθηνών εκδόθηκε για πολυώροφο υπόγειο πάρκινγκ και αίθουσα συνεδρίων. Χρηματοδοτήθηκε δε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Γι’ αυτό διεκδικεί ένα διεθνές πρωτείο. Ότι είναι η μοναδική όπερα κατακόμβη, που δεν καμαρώνει σαν το εμφανέστερο και το ομορφότερο αρχιτεκτόνημα της πρωτεύουσας. Κάτι δηλαδή σαν την Όπερα Γκαρνιέ στο Παρίσι, το Κόβεντ Γκάρντεν στο Λονδίνο ή το Μετροπόλιταν της Ν. Υόρκης. Όλα στα κρυφά και τα μουλωχτά. Όπερα ρουφιάνων και τρακαδόρων.

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2007

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ



Mπαίνουν οι γιορτάδες. Αίσθημα ματαίωσης – θλίψη στην μύχια ανάμνηση της χαράς που η παιδική αφέλεια έδινε, τότε, φως στις μέρες αυτές. Το Δώρο! Αυτό το φυλάς γιατί οι λογαριασμοί εξώκειλαν και χρειάζεται τάξη και γερό αποθεματικό. Άσε που ανέβηκε το πετρέλαιο, κάνει διαολεμένο κρύο, ο καυστήρας στο φουλ και σε λίγο με το νέον και ευτυχές 2008, έρχεται και το μπιλιετάκι των κοινοχρήστων αγκαζέ με την ασφάλεια αυτοκινήτου.
Λογαριασμοί, ο προϋπολογισμός ’08, το Νέο Μουσείο Ακροπόλεως ενώπιον εγκαινίων και ο πρωθυπουργός έκανε πρόβα τζενεράλε με ξενάγηση στο κτήριο. «Οι συνθήκες ωρίμασαν», είπε, «με την κατασκευή και τη λειτουργία του νέου Μουσείου καταρρίπτεται και το τελευταίο επιχείρημα αυτών που αρνούνται την ικανοποίηση ενός δίκαιου αιτήματος». Συμφωνούμε όλοι. Αυτή που διαφωνεί είναι η εκπρόσωπος του Βρετανικού Μουσείου.
Επιχείρημα όμως κι’ αυτό. Δηλαδή, απολογία ότι δεν είχαμε άξιο μουσείο για να φιλοξενήσει τα γλυπτά του Φειδία, οπότε με την κατασκευή ανάλογου κτηρίου το Βρετανικό Μουσείο υποκλινόμενο στην ελληνική αποτελεσματικότητα θα μας έλεγε : ΠΑΡΤΕ ΤΑ!!!
Παρ’ ότι απόγονοι εμπόρων και ναυτικών, δεν εμπεδώσαμε το μάθημα. Πρώτα εξασφαλίζεις το εμπόρευμα και μετά κάνεις μαγαζί.
Τώρα μαγαζί έχουμε, η πραμάτεια είναι λίγο ελλιπής, αλλά, τι να γίνει. Θα δείχνουμε τις ανασκαφές του υπογείου, που ανάλογες δεν έχουν οι Βρετανοί. Τις κακοποιήσαμε λίγο για να σκαφτούν τρία υπόγεια συν τη θεμελίωση, αλλά ο σκοπός ιερός και άγιος. Κάτι σαν το Τάμα.
Κα για να μην ξεχνιόμαστε. Ερωτήθηκε ο ΥΠΠΟ τι θα γενεί με τα δύο διατηρητέα της Δ. Αρεοπαγίτου, που έχει ξεσηκωθεί όλη η Ευρώπη να τα σώσει κι’ αυτός απάντησε: «Η ελληνική πολιτεία έχει συνέχεια. Θα εφαρμοστεί η απόφαση του προκατόχου μου». Πονηρός ο εξάδελφος. Πετάει το μπαλάκι και συνεχίζει να κοιτά ημίψηλα. Η Ελληνική πολιτεία έχει συνέχεια αλλά δεν το ξέραμε, όπως, στις προεκλογικές υποσχέσεις και τα μετεκλογικά γυρίσματα, τα σούρτα φέρτα του Τούρκου ΥΠΕΞ στη Θράκη με τρακατρούκες τις αεροπορικές παραβιάσεις, τα ομόλογα, τα ασφαλιστικά ταμεία, το όνομα των Σκοπίων που πολλοί δεν θέλουν μικτό, αλλά δεν μετάφρασαν ακόμη τον όρο FYROM (= Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας). Τι σημαίνει το τελευταίο? Σημαίνει απλά ότι από το ’45 μέχρι το ΄92 το ελληνικό κράτος αποδέχονταν και συνεργαζόταν με την τότε Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Κι’ έτσι «η ετούτη με τα κλάματα κι’ ο ετούτος με τους όρκους» δεν πείθουν διεθνώς κανέναν. Την ισχύ και την συνέχεια του κράτους τους, θα την την επιδείξουν βέβαια, Πού? Στην οδό Δ. Αρεοπαγίτου.
Υ.Γ. 1- Τα τελευταία τραγικά συμβάντα με πρωταγωνιστή τον τ. Γεν. Γραμματέα του ΥΠΠΟ δείχνουν οτι το σύστημα αγρίεψε και η κατρακύλα τελειωμό δεν έχει.
Υ.Γ. 2- Καλή Πρωτοχρονιά και εις άλλα με υγείαν.

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2007

«ΠΑΝ ΜΈΤΡΟΝ ΑΡΙΣΤΟΝ» ή αλλιώς, μας σώσανε τα κούφια λόγια








Αναλογίες, κλίμακα, αίσθηση του μέτρου, όροι πολυχρησιμοποιημένοι στις αναφορές δασκάλων και λογοτεχνών, όταν μας δασκαλεύουν στην αισθητική παράδοση της αρχαιότητας. Και όχι μόνο, αλλά και στα τρέχοντα του πολιτισμού που σαν κληρονόμοι, παράγουμε διαπλάθοντας την ύλη. Είτε ζωγραφική είναι αυτό είτε γλυπτική, ή φωτογραφία, αλλά κύρια,αρχιτεκτονική. Στην επιβεβλημένη, από την ανοικοδόμηση, σάρωση σε βάρος του παλαιού «μέτρου», στη Γαργαρέττα των νεοκλασικών κτιρίων και αρ νουβώ (ναι, υπήρχε και ένα τέτοιο στην συμβολή των οδών Μισαραλιώτου με Βείκου), επεβλήθη το νέο κόσμημα. Αδιαμφισβήτητο καμάρι του ΥΠΠΟ και των παραγόντων του ΟΑΝΜΑ, θέλοντας να επιδειχθεί η σχέση του νέου κτιρίου με τον ιστορικό χώρο κρέμασε την τεράστια αυτή φωτογραφίαστο τυφλό τμήμα της οικίας Κουρεμένου. ( Με την κατεδάφιση του γωνιακού με αριθμό 15 ξεγυμνώθηκε το 17 και υποβαθμίστηκε εμφανέστατα). Τα σχόλια, για όσους όντως έχουν αίσθηση του μέτρου, των αναλογιών και της κλίμακας, ίσως περιττεύουν . Η διαπίστωση είναι ότι οι εντεταλμένοι από την Πολιτεία θεράποντες του μέτρου, των αναλογιών και της κλίμακας, τα στερούνται ολοσχερώς. Παρακμή? Άγνοια? Εθνική ανοησία? Ψάξτε το.

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2007

ΧΑΡΕΣ ΣΤΗΝ ΜΠΑΖΟΧΩΡΑ

Οδός Λαγκαδά. Αρχαίος δρόμος διάσπαρτος ιστορικών τόπων. Από την προϊστορία μέχρι σήμερα, Άξονας οδικός που, και τώρα όπως αιώνες πριν οδηγούσε στους βόρειους λαούς της βαλκανικής ενδοχώρας και στην βασιλεύουσα. Σπαράγματα καταλοίπων όπως η τούμπα του Δερβενίου, η τράπεζα του Λεμπέτ, το στρατόπεδο Παύλου Μελά, η Μονή Λαζαριστών. Πολλά που επανατοποθετούν την περιοχή στο ιστορικό βάθρο που της αρμόζει. Τα γράφει εύγλωττα ο ιστορικός Σπύρος Λαζαρίδης στο πόνημά του «Από το Βαρδάρι ως το Δερβένι» των εκδόσεων Ζήτρος.
Αλλά άλλες είναι οι βουλές του συστήματος πετρελαιοειδή – ασφαλτικά – δρόμοι - αυτοκίνητο. Δεν λύνουμε το μπλοκάρισμα, απλά το μεταθέτουμε για το άμεσο μέλλον. Ο τζίρος να γίνεται.
Τις προάλλες ανέβηκα την οδό Λαγκαδά με αφορμή ένα ταξίδι μου προς την Θάσο.
Την είχα περάσει κι’ άλλες φορές, μπαίνοντας από διάφορες καθέτους και για περιορισμένες διαδρομές, έτσι που να μην έχω την πλήρη εικόνα των μεγάλων αλλαγών που επέφερε η διαπλάτυνση της οδού αυτής. Από ένα δρόμο τεσσάρων λωρίδων κυκλοφορίας -δύο ανά κατεύθυνση- έγινε με έξη, συν τους εκατέρωθεν παραδρόμους. Κυριολεκτικά σάρωσε τα πάντα στο διάβα του, και απ’ ό,τι βλέπω ο δρόμος αυτός, θα σαρώσει κι’ άλλο, ο αχόρταγος.
Ξεκινώντας από την πλατεία Βαρδαρίου ή Δημοκρατίας, η πρώτη συνάντηση με την λαίλαπα είναι στο ιστορικό νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής. Αυτό στα δυτικά, μαζί με εκείνο της Ευαγγελίστριας ανατολικά των τειχών της πόλης, υπήρχαν από την οθωμανική περίοδο και σήμερα ορίζουν τα όρια της ιστορικής Θεσσαλονίκης.
Το θέαμα ήταν αποκαρδιωτικό. Πίσω από την περίφραξη που ανακαινίστηκε με μεράκι και πανάκριβα υλικά επί «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας ‘97» είχαν ξεπατωθεί οι περισσότεροι από τους έντεχνους μαρμάρινους τάφους, εκ των οποίων πολλοί οικογενειακοί. Είχαν αρχίσει να πετσοκόβονται τα πανύψηλα κυπαρίσσια και παράλληλα να κατεδαφίζεται ο περίτεχνη περίφραξη που έγινε πριν μόλις δέκα χρόνια.



Το νεκροταφείο της αγ. Παρασκευής και οι εργασίες διαμόρφωσης της νέας του εικόνας.


Η προοπτική για το χώρο, πέραν της διαπλάτυνσης που προωθείται, είναι η δημιουργία πάρκου στον χώρο που ήσαν τα μνήματα, διατηρώντας μέρος μόνο αυτών. Καλής προαίρεσης ενέργεια, αλλά γιατί τόση καταστροφή? Γιατί τόση σπατάλη πόρων, φυσικών και οικονομικών?
Τα συμμαχικά νεκροταφεία ακολουθούν μετά στην πορεία του δρόμου, με προεξάρχον το Σερβικό. Εδώ ακόμη δεν ξεκίνησαν τα έργα διαπλάτυνσης της οδού, οπότε η φωτογραφική απεικόνιση είναι άρτια. Υποπτεύομαι ότι υπάρχει κάποιο γραφειοκρατικό κόλλημα, δεδομένου πώς το καθεστώς των συμμαχικών νεκροταφείων υπάγεται σε διακρατικές συμφωνίες. Ο λόγος είναι πως σαν χώροι με την ευθύνη διαχείρισής τους ανήκουν στα κράτη πού έθαψαν τους νεκρούς τους στους βαλκανικούς πολέμους. Ίσως να προκύπτουν δυσκολίες από μέρους τους. Το σερβικό, που η αρχή του ξεκινάει οριακά από την χάραξη της οδού Λαγκαδά, θα υποστεί τις μεγαλύτερες απώλειες. Είναι η μοίρα των Σέρβων φαίνεται. Η προοπτική, που στηρίζεται στην σωστή απόσταση μεταξύ κυρίας εισόδου με το κενοτάφιο, θα μειωθεί αισθητά επιβάλλοντας, ίσως και την κατασκευή κλιμάκων για να ενοποιηθεί η διαφορά ύψους μεταξύ εισόδου και επιπέδου έδρασης του κενοταφίου. Ένα είναι βέβαιο, ότι η αρχιτεκτονική τοπίου αισθητικής των αρχών του 20ου αιώνα που σχεδιάστηκε από τον, ή, τους Σέρβους αρχιτέκτονες θα υποστεί άγριο τσεκούρωμα, προς δόξα των εισαγωγέων αυτοκινήτων, των ασφαλτικών και εν γένει και όλων των υποπροϊόντων του πετρελαίου.














Η κεντρική είσοδος, προς μέλουσα
μετακίνηση.
Η προοπτική προσέγγισης του Κενοταφίου

Να σημειώσω ότι η αρχιτεκτονική του χώρου, κλασσική ευρωπαϊκή μνημειακών χώρων, είναι πολύ υψηλής ποιότητας όχι μόνο στον γενικό και ειδικό σχεδιασμό, αλλά και στην ποιότητα των εφαρμογών. Είδος σπάνιο στην Ελλάδα και γι’ αυτό τον λόγο, πολύτιμο. Εννοείται ότι, η σε 30 τουλάχιστον μέτρα υποχώρηση της κεντρικής εισόδου, δεν θα παρασύρει μόνο τις κατασκευές τις μνημειακής εισόδου – που σίγουρα θα ξαναγίνουν ενδότερα – αλλά θα κόψει και τα πυκνά αιωνόβια κυπαρίσσια που βλέπετε στην φωτογραφία της εισόδου.



















Εκεί στο βάθος που περπατούν τα δύο κορίτσια, θα φθάσει η Λαγκαδά.


Το ψηφιδωτό, στην μετώπη του κενοτάφιου, έγινε σε σχέδιο του Αγήνορα Αστεριάδη



Στη συνέχεια, με την στάση στα φανάρια της διασταύρωσης με το, επίσης ιστορικό στρατόπεδο «Παύλου Μελά», είδα ότι το άλσος των εκατοντάδων πεύκων που αναπτυσσόταν σε ένα μήκος 100 μέτρων κατά μήκος της οδού και με ένα ικανό βάθος για να το υπολογίσω αναδρομικά σχεδόν στα 5 στρέμματα, είχε μείνει το μισό. Αμέσως μετά μισό είδα ν’ αχνοφαίνεται από τα εναπομείναντα πεύκα το κτίριο του διοικητηρίου με λαμαρίνες να καλύπτουν την ανάπηρη πλευρά του. Η ωραία αρχιτεκτονική των αρχών του 20ου αιώνα είχε αρπάξει μια γερή τσεκουριά και μάλιστα σε χρόνους που όλοι, ή σχεδόν όλοι, κόπτονται για τα περί παράδοσης, ιστορικότητας, μνημείων και άλλα ηχηρά.























Αριστερά, το άλσος με το διοικητήριο,

από αεροφωτογραφία του 1996.



Δεξιά ό,τι απόμεινε απότο διοικητήριο.




Κάτω δεξιά, τα πρωτότυπα σχέδια του Διοικητηρίου








Ευτυχώς το κτίριο το οποίο στέγαζε τις θρησκευτικές ενασχολήσεις των τότε στρατιωτικών, δηλαδή το τζαμί, είχε διασωθεί. Για αυτό είχε εφαρμοστεί η τεχνική της μεταφοράς με αργή ολίσθηση προς την νέα του θέση, εσώτερα του δρόμου. Έτσι γλίτωσε, ενώ το κτίριο του διοικητηρίου, όχι. Ο λόγος μάλλον θα βρίσκεται, όχι τόσο στη ευαισθησία των αρμόδίων, όσο στην εξωτερική πολιτική μας σε σχέση με την Τουρκία και τις ισλαμικές χώρες, αλλά και σε λόγους που άπτονται της προστασίας των θρησκευτικών μνημείων, που πρεσβεύει η UNESCO.



















Αριστερά η βόρεια όψη του Διοικητηρίου
σε αεροφωτογραφία.


Δεξιά, ότι έμεινε σήμερα.



Εκεί όμως που ο καθένας δίνει τα ρέστα του είναι λίγο μετά, εκεί όπου βρίσκεται το δημοτικό θέατρο και πολιτιστικό κέντρο του Δήμου Σταυρούπολης.
Εδώ ανακαλύπτουμε μία άλλη πρωτοτυπία. Ότι ένα δημόσιο έργο καταστρέφει ένα άλλο δημόσιο έργο, που στοίχισε λεφτά, που λειτουργεί και εξυπηρετεί δημόσιες ανάγκες και μάλιστα πολιτιστικές.
Θυμάμαι το θεατράκι που στεγάζεται στο κτίριο αυτό, λίγα χρόνια πριν, όταν επί Πολιτιστικής Πρωτεύουσας και μετά, είχε στεγάσει καταπληκτικές παραστάσεις.
Τι να πρωτοθυμηθώ. Την υπέροχη παράσταση που μας χάρισε ο Πήτερ Μπρούκ με το «Τι ευτυχισμένες μέρες» του Μπέκετ, και την καταπληκτική Νατάσσα Πάρρυ. Το έργο των Κεχαίδη-Χαβιαρά «Με δύναμη από την Κηφισιά» που ανέβασε το Θεσσαλικό Θέατρο, ή το «Τόσο κοντά» του Θεάτρου του Νότου και τον «Εραστή» του Πίντερ με τους Αλ. Συσσοβίτη και Νατ. Καποδίστρια και άλλα πολλά.

Για ό,τι αφορά τις παραστάσεις του παρόντος, μάλλον έχουν ελατωθεί. Σπάνια ακούω να ανεβαίνει κάτι στη σκηνή του θεάτρου αυτού. Ίσως δεν ενημερώνομαι επαρκώς. Πάντως τελευταία φορά που είδα παράσταση ήταν από πρόσκληση της φίλης Ισαβέλλας Μαρτζοπούλου, που λίγα χρόνια πριν είχε δημιουργήσει στον Δήμο Σταυρούπολης το θεατρικό σχήμα «Θεατρικό Εργοτάξιο», με το οποίο ανέβαζε ενδιαφέροντα έργα με πολιτική χροιά.


















Αριστερά, όπως είναι σήμερα.

Δεξιά, όπως ήταν πριν τη διαπλάτυνση.


Η εν λόγω διαπλάτυνση, λοιπόν, της οδού Λαγκαδά υπερύψωσε τον δρόμο σε σχέση με την είσοδο του θεάτρου, ουσιαστικά καταργώντας την. Έτσι, αντί ο δρόμος να είναι η διευκόλυνση στην πρόσβαση προς το κτίριο, να γίνεται πλέον το εμπόδιο.
Απορώ πώς και δεν συνεργάστηκαν Δήμος με την τεχνική εταιρία, ή μάλλον, τον αρμόδιο οργανισμό που επόπτευε το έργο, για να βρεθεί μια λύση. Γιατί λύσεις πάντα υπάρχουν και γιατί για λόγους, όχι μόνο ηθικούς, αλλά και απόλυτα οικονομικούς για τα χρήματα που σπαταλήθηκαν της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας» τα οποία δεν ήταν από ετεροχρονισμένη δωρεά του Ανδρέα Συγγρού, αλλά από τις τσέπες των φορολογουμένων.

Χθες.














Σήμερα και για πάντα.



Εδώ έρχεται το ωραίο! Ο φορέας και χρηματοδότης του έργου είναι το ΥΠΠΟ. Ο δε υπουργός, που τότε προώθησε το έργο, ο Ευάγγελος Βενιζέλος.
Η χρηματοδότηση προερχόταν από κονδύλια των ολυμπιακών έργων που διαχειριζόταν ο ΥΠΠΟ με το τίτλο «Πολιτιστική Ολυμπιάδα». Έτσι ζήλεψε ο ΥΠΠΟ τα χούγια του ΥΠΕΧΩΔΕ και του έδωσε να καταλάβει. Άλλο να συναναστρέφεσαι με πειναλέους ηθοποιούς και καλλιτέχνες και άλλο με μεγαλοεργολάβους.

Καθυστέρησα τη δημοσίευση αυτού του κειμένου μην θεωρηθεί συμβολή στην αντιπαλότητα των υποψηφίων του θρόνου του ΠΑΣΟΚ. Το φίλμ "Χοντρός - Λιγνός και το Κάθισμα του Αετού" με άφησε αδιάφορο. 'Οχι όμως τα αποτελέσματα της διαχείρησης έργων και πόρων που πληρώνονται από τους φορολογούμενους. Ο τέως υπουργός και φιλόδοξος αρχηγός, μας άφησε παρακαταθήκες, το σάρωμα του λόφου προιστορικού οικισμού στο Ζάγανι στον χώρο του νέου αεροδρομίου Αθηνών, τον τυποκτόνο νόμο περί συκοφαντικής δυσφήμισης, Το βαλτοτόπι και εκτροφείο βατράχων στην πεδιάδα του Μαραθώνα, το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών, την προσπάθεια περιορισμού του Άρθρου 24 του συντάγματος για το περιβάλλον και άλλα που δεν θυμάμαι τώρα. Σε τοπικό επίπεδο, μιά και είναι παιδί της γειτονιάς αυτής, έκανε το θαύμα του.
Στον τόπο μας έχουμε καταφέρει και αυτό. Ακόμη και τις προσπάθειες να προωθηθεί η αισθητική μας παιδεία μέσω της Τέχνης, να βρίσκουμε τον τρόπο να τα αναγάγουμε όλα σε εργολαβίες οικοδομικών έργων. Έτσι έγινε και με την «Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα ‘97» έτσι και με την «Πολιτιστική Ολυμπιάδα» και με τους με τους καινούργιους πάμε και για χειρότερα.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2007

ΤΟ ΝΕΟ ΜΑΣ ΚΟΣΜΗΜΑ


Φωτο δανεικιά από το blog "νησι Λαπουτα"




Η φωτογραφία αυτή έγινε το 2005 από το επίπεδο της οδού Ροβέρτου Γκάλλι. Δηλαδή από το χαμηλότερο, υψομετρικά, σημείο του οικοδομικού τετραγώνου που περιέχει και το Νέο Μουσείο. Τα δύο κτίρια, όπως φαίνεται, δεν εμποδίζουν την θέαση του βράχου της Ακρόπολης με τον Παρθενώνα.


TΟ ΤΕΛΟΣ

Η «ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ» ΤΗΣ ΘΕΑΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΟΥ.







ΑΥΤΑ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΜΠΑΖΑ












ΠΑΡΟΜΟΙΩΣ, ΜΠΑΖΑ.






































ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟΝ ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟ ΔΑΣΩΝ, ΡΕΜΑΤΩΝ, ΧΑΡΑΔΡΩΝ, ΚΑΜΕΝΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ, ΠΑΡΑΛΙΩΝ κλπ ΜΕ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΑΣ ΠΛΟΥΤΟΥ.
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΤΟΥΣ ΡΕΚΤΕΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ + ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ
κ.κ. ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ, ΛΙΑΠΗ



Για όσους γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην περιοχή που παλαιότερα λέγονταν Γαργαρέττα ή Κολωνάκι, και θυμούνται την Διον. Αρεοπαγίτου και την εξέλιξη της από το 1953 μέχρι σήμερα, ο δρόμος με το μέτωπο των κτιρίων από την μία πλευρά και τον αρχαιολογικό χώρο από την άλλη, αποτελεί μία εικόνα στερεή στον χρόνο, μέρος της οικιστικής εξέλιξης της Αθήνας και δείγμα της αρχιτεκτονικής από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.
Με χρονική σειρά, από το εργαστήρι του γλύπτη Γεωργαντή, τα δύο έργα του Β. Κουρεμένου, την οικία Μαντούβαλου - Κουβοπούλου, τα νεοκλασικά με πρώτο στη σειρά του Β. Παπαθανασίου, την από ετών κατεδαφισμένη οικία-atelier του Παρθένη, έως την οικίες Ζολώτα και Δραγώνα.
Η διαμάχη για την κατεδάφιση των δύο κτιρίων που κατά την όψιμη γνώμη έγκυρων επιστημόνων, δεν κολακεύει το νέο μας απόκτημα, προβάλλοντας, την πίσω όψη της οικίας Κουρεμένου και την, όντως αρνητική, τυφλή επιφάνεια της οικίας του Β. Παπαθανασίου. αφήνει πίσω ένα βασικό στοιχείο της προκήρυξης, που αποτέλεσε και ένα από τα κύρια προβλήματα προς επίλυση στον σχεδιασμό του. Ακριβώς, η υποχρέωση των μελετητών να λάβουν υπ’ όψιν τους αυτή την παράμετρο. Σοβαρή παράμετρος, μια και παρεμβάλλονται τα κτίρια αυτά μεταξύ του αρχαιολογικού χώρου και του νέου Μουσείου.

Το κτίριο του Κουρεμένου είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα μιας εποχής που ακόμη υπήρχε η φιλοδοξία δημιουργίας μιας αστικής τάξης με ευρωπαϊκές προοπτικές. Μορφωμένοι αστοί, μιας νέας εθνικής κοινωνίας αυτοχθόνων και της διασποράς, που έστησε ένα αρχικό μόρφωμα αστικής κουλτούρας και οικονομίας παραγωγής, όπως ξεκίνησε με την πολιτική Βενιζέλου. Στις όψεις του κτιρίου αυτού αντανακλώνται οι πολιτιστικές αναζητήσεις αυτών, που αργότερα στην λογοτεχνία, θα ψάξουν για μία ελληνικότητα. Από τις ανάγλυφες σε μάρμαρο δύο γυναίκες που κρατούν στο κεφάλι τους φανούς της εισόδου, μέχρι τα περίτεχνα και πλούσια σε χρυσές ψηφίδες μεγάλα ψηφιδωτά στην επίστεψη, εικονίζει της ανησυχίες αυτής που έμεινε γνωστή σαν «η γενιά του 30’».
Τώρα, παρ’ όλον ότι η διατήρηση αυτών τέθηκε σαν όρος του σχεδιασμού, κάποιοι παίρνουν τον αρχικό τους λόγο πίσω, προωθώντας ένα ακόμη έγκλημα κατά της αρχιτεκτονικής ιστορίας αυτής της ταλαίπωρης πόλης.
Όμως, ο Μπερνάρ Τσουμί είναι ένας πολύ γνωστός διεθνώς αρχιτέκτων, με αναμφίβολα, γνώσεις και πείρα τέτοια που βρίσκει τρόπους να παρακάμπτει και να επιλύει τα προβλήματα που προκύπτουν κατά την διάρκεια της σχεδιαστικής πορείας ενός αρχιτεκτονικού έργου. Πολύ περισσότερο όταν το πρόβλημα είναι εξ’ αρχής δεδομένο και αποτελεί και όρο του διαγωνισμού.
Τα προς διατήρηση υπάρχοντα κτίρια, κάτι που δεν είναι άμεσα ορατό, έχουν περιληφθεί στη τελική μελέτη και σίγουρα δεν ενοχλούν τις οπτικές γωνίες από το σύνολο των διαδρομών του μουσείου. Αν δεν είναι έτσι τότε ο πολύς Τσουμί δεν ξέρει την δουλειά του. Επί πλέον, σε κάθε κτίριο μπορεί να προκύψουν κάποια αδύνατα σημεία τα οποία με μαεστρία μπορούν να κρυφτούν ή να αποδυναμωθεί η παρουσία τους δίνοντας τους θέση τέτοια που να μην προβάλλονται άμεσα. Τέτοιο, εκτός από τον όγκο που σταδιακά φαίνεται από την κατηφόρα της οδού Μητσαίων, πιστεύω ότι είναι το στέγαστρο της εισόδου, του οποίου το ύψος, ναι μεν προσφέρει άπλετη θέα στους μελλοντικούς θαμώνες, αλλά το μήκος και το σχήμα φοβούμαι ότι θα προσφέρουν μια κακή εικόνα στους περιπατητές της Διον. Αρεοπαγίτου. Πέραν του απαράδεκτου όγκου, αυτή η «παντόφλα» που υπερίπταται της εισόδου θα είναι το ποιο αρνητικό στοιχείο της όλης σύνθεσης.
Συνολικά, το ενεργοβόρο αυτό κτίριο αποπνέει έντονα αρχιτεκτονική αρχών της δεκαετίας του 60. Ίσως γιατί σαν καλός επαγγελματίας που είναι, εκτός από πολύ γνωστός αρχιτέκτων, κατάλαβε πως τέτοια αρχιτεκτονική έχει πέραση σε μία χώρα όπου η κίνηση της προόδου και των αναζητήσεων είναι αντιστρόφως ανάλογη της κυκλοφορίας ακριβών αυτοκινήτων. Έτσι παρ’ όλον ότι στο παρελθόν είχε πάρει αρνητική θέση για την αναγκαιότητα κατασκευής τέτοιου όγκου μουσείου στο σημείο αυτό, μόλις κτύπησε το καμπανάκι του διαγωνισμού έτρεξε αμέσως να δηλώσει παρών.

Το κτίριο του Κουρεμένου μοναδικό στην Ελλάδα Art Decó υψηλής ποιότητας καθώς και το νεοκλασικό του Παπαθανασίου, ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα στην Αθήνα, κινδυνεύουν να κατεδαφιστούν χωρίς σοβαρό λόγο, αλλά από μία λογική που παραμένει ακόμη στην εποχή της αλόγιστης ανοικοδόμησης με τον φερετζέ της ανάπτυξης.

Από τα πολλά που γράφθηκαν στον τύπο το τελευταίο δίμηνο συγκράτησα δύο άρθρα που υποστηρίζουν τα υπέρ και τα κατά της κατεδάφισης.
Το πρώτο αναφέρεται στη τοποθέτηση του Γεωργίου Αλέξανδρου Μαγκάκη, και το δεύτερο του αν. καθηγητή Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής τουΑ.Π.Θ. κ. Α. Γιακουμακάτου.
Θα ξεκινήσω την παράθεση με την Γνωμοδότηση του Γεωργίου Αλέξανδρου Μαγκάκη η οποία βάζει το θέμα στο βάθρο που του αξίζει και οι περισσότεροι παραβλέπουν. Αυτό αφορά κύρια την ελαφρότητα που αντιμετωπίζονται οι θεσμοί στον τόπο μας όχι μόνο από την άγνοια του μέσου πολίτη, αλλά και από αυτούς που είναι υποχρεωμένοι να τους προστατεύουν λόγω θέσης στη πολιτική και πνευματική ιεραρχία.
Λέει λοιπόν ο Γ. Α. Μαγκάκης:
«…ο χαρακτηρισμός ενός οικοδομικού έργου ως διατηρητέου στηρίζεται, όπως είναι αυτονόητο, στην αναγνώριση της πολιτιστικής σημασίας του, η διαφύλαξη της οποίας υπηρετεί την πολιτιστική μας αυτογνωσία. Ο χαρακτηρισμός, συνεπώς, αυτός δεν μπορεί να αναιρεθεί και να επιτραπεί η κατεδάφιση του κτηρίου, εκτός αν εκ των υστέρων ήθελε κριθεί ειδικά και μόνον ως πολιτιστικά εσφαλμένος. Αν μάλιστα αποτολμηθεί για λόγους πρακτικούς, άσχετους προς το πολιτιστικό νόημά του, τότε εκφράζει πολιτιστική επιπολαιότητα, η οποία συνιστά απαράδεκτη απαξίωση της πολιτιστικής ευαισθησίας μίας κοινωνίας. Η πρόταση, συνεπώς, του αποχαρακτηρισμού των δύο κτηρίων της οδού Δ. Αρεοπαγίτου είναι πολιτιστικά απαράδεκτη, η οποία , αν αποτολμηθεί, θα συνιστά πολύ κακή περίπτωση άσκησης της κρατικής εξουσίας. Ο λόγος δε που προβάλλεται, συγκεκριμένα ότι έτσι οι θαμώνες του αναψυκτηρίου του Ν. Μουσείου θα έχουν καλύτερη θέα προς την Ακρόπολη, είναι αληθινά ταπεινωτικός». (εφ. «Ελευθεροτυπία» 31-7-07)

Σαφής και απλός λόγος ενός νομικού, που διδάσκει την συνέπεια που απορρέει από την σωστή εκτίμηση του νόμου όπου δεν χωράνε ερμηνευτικές απλουστεύσεις. Αντίθετα η απόφαση του Κ. Βουλγαράκη λέει : «…αίρουμε την ολική και διηνεκή προστασία του επί της οδού Διον. Αρεοπαγίτου 17 πολυώροφου κτιρίου ευρισκόμενου εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου Ακρόπολης προκειμένου το νεοανεγερθέν Μουσείο Ακρόπολης, που θα στεγάσει τα αριστουργήματα της ελληνικής πλαστικής από τα μνημεία της Ακρόπολης, να έχει απρόσκοπτη επαφή με τον αρχαιολογικό χώρο του ιερού βράχου με τον οποίο αποτελεί αδιάσπαστη πολιτιστική ενότητα.» κλπ,κλπ.
Για την αναγνώριση της πολιτιστικής σημασίας των κτιρίων, κουβέντα ο κύριος υπουργός, αντίθετα οι υπερβολές και τα λεκτικά κλισέ όπως «…να στεγάσει τα αριστουργήματα… ή …ο ιερός βράχος…» δίνουν και παίρνουν, για να υπογραμμίσουν την αμηχανία του ΥΠΠΟ μπρος σε αυτή την απόφαση.
που, όπως λέει και ο Μαγκάκης, «συνιστά απαράδεκτη απαξίωση της πολιτιστικής ευαισθησίας μιας κοινωνίας».


Το επόμενο άρθρο, του κ. Α. Γιακουμακάτου, με τον τίτλο « Το δίλημμα της κατεδάφισης» στο «ΒΗΜΑ» της 15/7/07, συνηγορεί υπέρ της κατεδάφισης με αντιφατικά επιχειρήματα, κύρια ως προς την ειδικότητά του, Ιστορικού και Θεωρητικού της Αρχιτεκτονικής, στο κύρος της οποίας πλαγιάζει για να μας πείσει.
Από την βάθρο της αρμοδιότητάς του, αφού μας περιηγήσει στην βιογραφία του Β. Κουρεμένου, την ποιότητα της δουλειάς του, την αποδοχή του έργου του με απονομή από την πολιτεία των τίτλων του ακαδημαϊκού και συμβούλου του Ελ. Βενιζέλου, την διατύπωση της κρίσης του για το κτίριο σαν «ευτυχή διατύπωση ενός αφαιρετικού κλασικισμού γαλλικής προέλευσης, σε μία μεταβατική για την νεοελληνική αρχιτεκτονική περίοδο, της οποίας αποτελεί μια από τις πιο εκλεπτυσμένες εκφάνσεις», στο τέλος αποφαίνεται : γκρεμίστε το! Από το Πάνθεον στα Τάρταρα.

Το άρθρο με νευρικότητα κινείται μεταξύ ανάδειξης της ποιότητας, της προς κατεδάφιση οικοδομής, έμμεσης απαξίωσης[1] και προβολής ιδιοτέλειας από μέρους των ιδιοκτητών να σώσουν το σπίτι που μεγάλωσαν και έκτισε και έζησε ο πατέρας τους - λες και δεν το έχουν αυτό το δικαίωμα- αλλά και του παζαρέματος, μια και υπάρχουν δύο κτίρια του Κουρεμένου στον ίδιο δρόμο. Ας χάσουμε το ένα. Θα μας μείνει το άλλο στον αριθμό 3,7 στο οποίο «το σχεδιαστικό ήθος του Ηπειρώτη αρχιτέκτονα διατυπώνεται με ταυτόσημους όρους». «Οι ρέκτες της καλής Αρχιτεκτονικής» εμείς δηλαδή, θα μείνουν έτσι ικανοποιημένοι.
Μπράβο του! Έπιασε τον ταύρο απ' τα κέρατα.
Το ήθος όμως του ρέκτη καθηγητή αποκρύπτει το γεγονός ότι το σπίτι του αριθμού 17 έχει μια άλλη ποιότητα στις πλαστικές εφαρμογές που το κατατάσσουν μοναδικό. Όχι μόνο μεταξύ των άλλων έργων του Β. Κουρεμένου, αλλά και μεταξύ των ελάχιστων στην Ελλάδα και ισότιμο με αντίστοιχα ευρωπαϊκά ή αμερικανικά
Επίσης, η αντιπαράθεση του ιδιωτικού συμφέροντος ( οικία Κουρεμένου ), με το δημόσιο ( Μουσείο) είναι ατυχής για τον κύριο καθηγητή της Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής. Ο απλός λόγος είναι ότι το κτίριο αυτό ανήκει στην ιστορία αυτής της πόλης και αυτής της χώρας, όπως επίσης και ο αρχιτέκτονάς του. Έχει καταστεί πλέον δημόσιο κτήμα. Υπήρξε μάλιστα και κατοικία του, αν αυτό συντρέχει σαν επί πλέον λόγος διατήρησης ενός κτιρίου, για την τρέχουσα ρωμέϊκη λογική.
Το αν «οι πάσης φύσεως κάτοικοι έχουν δίκιο γιατί απειλούνται οι ιδιοκτησίες τους», θέλω να διευκρινίσω ότι δεν απειλείται καμία ιδιοκτησία μου. Απειλείται όμως η αισθητική μου καθώς και η συναισθηματική σχέση με την γειτονιά αυτή στην οποία η οικογένειά μου κατοικεί για τέσσερις γενιές. Είναι η συνύπαρξη σε βάθος παρελθόντος χρόνου που φτιάχνει και «δένει» την κοινωνία των Πόλεων. Και πάνω σ’ αυτήν τη μαγιά κτίζεται και το μέλλον. Οι αμερικανιές, του τύπου γκρεμίζουμε για να ανανεωθούμε από την μιζέρια (?), δεν πρέπει να σαρώσουν εμάς και ότι ελάχιστο που απέμεινε από το νεώτερο παρελθόν.
Παράλληλα όμως μου γεννιούνται δύο ερωτήματα. Το πρώτο, αν στην θέση των δύο προς κατεδάφιση κτιρίων βρισκόταν, το κοντινό στο Μουσείο σχολείο του Π. Καραντινού, γνωστό και σαν Σχολή Μπούρα, που έχει μελετήσει και δημοσιεύσει ο κ. καθηγητής θα είχε την ίδια άποψη που τρέφει την ορμή στο κατεδαφιστικό του μένος?
Το δεύτερο, αν συναινεί τόσο εύκολα στην εξαφάνιση μοναδικών δειγμάτων της αρχιτεκτονικής, σκέφτηκε αν θα του μείνει και τίποτα να διδάξει στο μέλλον;
Στο ερώτημά του, εκβιαστικό διότι παραθέτει χαρακτηρισμούς με αρνητικούς συνειρμούς, τι να προτιμήσουμε την ιδιωτική οικοδομή του 1925 (όχι δημόσιο και παλαιό) ή το νέο Μουσείο (δημόσιο και μοντέρνο) , απαντούμε, και τα δύο. Θα δικαιώσει ο χρόνος τις επιλογές. Στα πολιτισμένα κράτη η θανατική καταδίκη έχει καταργηθεί και για έναν, επί πλέον του ηθικού, λόγο. Ότι η πλάνη δεν αποκαθίσταται.


[1] Εκτός από την απαξιωτική αναφορά στα «οπίσθια» των οικοδομών, στο ίδιο απαξιωτικό μοτίβο είναι και το ψέμα για το παράνομο πανωσήκωμα, Ο συντάκτης έδειξε αμέλεια στην πληροφόρησή του, (ή μήπως πονηριά;). Ήδη στην «Ελευθεροτυπία» της 10/7/07 σελ.34, αναφέρεται σαφώς από την θυγατέρα του Β. Κ. ότι ο 4ος όροφος κτίσθηκε νόμιμα το 1947.
Και για να παραφράσω τα των "οπισθίων", θεωρώ την οικία Κουρεμένου καλήπυγο.