Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010
Δευτέρα 18 Μαΐου 2009
ΦΩΤΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 3
Εμμονή γίνεται να ψάχνεις στην πόλη θραύσματα ομορφιάς ακόμη κι’ εκεί που μοιάζει μονότονο ή ακόμη και προσβλητικό. Διάλογος με την αισθητική στο συν-πλην της εικόνας της και των ανθρώπων της, όπως ξεδιπλώνεται μπροστά μου στην καθημερινή περιήγηση κάτω από βροχή ή ήλιο, σε δρόμους και πλατείες, σε μπαρ και σινεμά.
ΦΕΣΤΙΒΑΛ
Στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ γύρισα στον Πραγματικό Κόσμο που δεν τον γνωρίζουμε και μας καθηλώνει με αλήθειες που αν και μοιάζουν να’ ναι μακριά, είναι τελικά δίπλα μας.
Πέμπτη 7 Μαΐου 2009
Τρίτη 14 Απριλίου 2009
ΦΩΤΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1
Στη Μοδιάνο, βράδυ αργά.Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008
Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2008
ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΠΑΝΤΑ-2
Η διαμονή

Τις κινηματογραφικές απολαύσεις του καλοκαιριού, τις ικανοποιούσαν τα τρία θερινά σινεμά που διέθετα τότε η χώρα. Το πρώτο λεγόταν «ΟΑΣΗ», το δεύτερο «ΟΡΦΕΑΣ» και το τρίτο «ΦΟΙΝΙΚΑΣ». Και τα τρία ευρισκόντουσαν στην ίδια σχεδόν ευθεία, εκατέρωθεν των ερειπίων του άλλοτε μυθικού “Hotel Bella Venezia” και μεταξύ των πόλων αυτής της ευθείας όπου ορίζονταν από της κοντράδες με την ονομασία «Πόρτα Ριάλα» και «Πόρτα Ρεμούνδα». Οι επιλογές, όπως καταλαβαίνει κανείς, δεν υπερέβαιναν τις τρεις, για τρεις αλλαγές προγράμματος την εβδομάδα. Θα τις έλεγα πλούσιες. Έπαυαν όμως να είναι πλούσιες σε δύο περιπτώσεις. Η μία αφορούσε την ερεβώδη υποσημείωση «ακατάλληλον δι’ ανηλίκους», η δε άλλη ήταν όταν έφθανε στο νησί ελληνική ταινία. Τότε γινόταν κάτι σαν σεισμός. Ναυλωμένα λεωφορεία από τα χωριά έφερναν κόσμο για να χαρεί Αυλωνίτη, Βασιλειάδου και Φωτόπουλο. Μπάρκουλη, Διανέλλο, Κοκοβιό ή Στολίνγκα. Την ταινία την έπαιζαν ταυτόχρονα και οι τρεις κινηματογράφοι αποκλείοντας οιαδήποτε άλλη επιλογή. Και βεβαίως φθάναμε στο αποκορύφωμα της κινηματογραφικής μας βουλιμίας αν στο πρόγραμμα προβολών συμπεριλαμβανόταν και οι Κερκυραίες, Ρένα Βλαχοπούλου , ή η Υβόν Σανσών. Εγώ που δεν είχα ιδιαίτερη αδυναμία στον τότε ελληνικό κινηματογράφο, πλην των τριών πρώτων και Βλαχοπούλου (λόφω συγγένειας), ένοιωθα εγκλωβισμένος μέσα στην απώλεια των φανταστικών κόσμων που μόνο η κινηματογραφική τελειότητα της χολιγουντιανής φαντασμαγορίας με συγκινούσε.
Η Loggia ή Teatro di San Giacomo, νυν Δημαρχείο. Πίσω φαίνεται το πάλαι ποτέ ξενοδοχείο "ΣΠΛΕΝΤΙΤ" που μας στέγαζε τα καλοκαίρια για πολλά χρόνιαΝα συμπληρώσω πως ο «ΦΟΙΝΙΚΑΣ» εκτός από θερινός κινηματογράφος-θέατρο περιελάμβανε και δύο επί πλέον δυνατότητες. Αυτήν των θεατρικών δράσεων στο κλειστό τμήμα του, ένα υπέροχο νεοκλασικό κτίριο, επί πλέον, εκδηλώσεις χειμερινών χοροεσπερίδων.
Κάποιο καλοκαίρι τέλος του ’50, στο θερινό τμήμα του, φιλοξένησε και τον Μίμη Φωτόπουλο με τον θίασό του στον ανεπανάληπτο «Δον Καμίλο», όπου ο ορυμαγδός από τα γέλια έφτανε έως την Σπιανάδα. Και εκτός αυτών, ο χώρος του «ΦΟΙΝΙΚΑ» περιελάμβανε και εστιατόριο με πίστα και ορχήστρα όπου οι Κερκυραίοι κατά ή και μετά την ανάλωση μπιτώκ αλά ρούς ή παστιτσάδας, έριχναν και κάνα δυό τανγκό στην τσιμεντένια πίστα για χώνεψη.
Πρόσφατα έμαθα ότι το αφημένο σε αδράνεια και φθορά κτήριο του «ΦΟΙΝΙΚΑ», θα αποκατασταθεί για να συλλέξει νέες δόξες.
Η ποδηλατάδα, λόγω ηλικίας, δεν μου επιτρεπόταν να εκτραπεί του ασφαλούς ορίου που καθόριζε η περίμετρος την κάτω πλατείας και ευτυχώς, λες και το γνώριζε, το ποδηλατάδικο του Αλαμάννου που τα ενοικίαζε, ήταν δύο βήματα από την πλατεία και ένα από το πεντοφάναρο. Αυτή η ποδηλατάδα αποτελούσε μια άλλη εκδοχή της ελευθερίας που εκχωρούσε η καλοκαιρινή περίοδος. Αυτή της γεύσης της ταχύτητας, όπου η αίσθηση του αέρα που μου χάϊδευε το πρόσωπο έμοιαζε μ’ απογείωση σ’ ένα αδιευκρίνιστο κόσμο ευτυχίας όπου οι καλοκαιρινές υποσχέσεις λαμπύριζαν σαν τ’ασημένια καραβάκια/τάματα που κρέμονταν στους πολυελαίους του Αγίου. Χρόνια μετά, μανιώδης μηχανόβιος, ξαναζούσα αυτό το συναίσθημα ελευθερίας και ονείρου. Ιππότης ετεροχρονισμένος σε μιά διαρκή φυγή προς απλησίαστους ορίζοντες.
Η θάλασσα γύρω από την χώρα προσέφερε δύο εναλλακτικές λύσεις στην επιλογή μας. Η πλέον άμεση ήταν τα λουτρά του «Αλέκου», στο Φαληράκι, τρία βήματα από την Σπιανάδα. Η άλλη, κοντινή αλλά όχι άμεση, ήταν η πλαζ του “Mon Repos”, ένα περίπου μισάωρο απόσταση από την ίδια αφετηρία.
Η πρώτη εξασφάλιζε την δροσιά των κατοίκων του Καμπιέλο, ήταν όμως μικρή περιοριζόμενη από το στενό σχήμα σε Π που όριζαν οι ξύλινες καμπίνες τοποθετημένες πάνω σε μία μεταλλική εξέδρα.
1953. Στην πλαζ του Mon Repos. Ο αδελφός μου, η μητέρα., εγώ, η φίλη μας η Αλίκη και η μητέρα της η Νίτσα.
Το “Mon Repos”, ήταν οργανωμένη κοσμική πλαζ, με καμπίνες ντους και κυλικείο, και παρακείμενη του ομώνυμου θερινού ανακτόρου της βασιλικής οικογένειας. Η πλαζ αυτή ακόμη και σήμερα εξασφαλίζει την άμεση πρόσβαση των Κερκυραίων και ένα ευχάριστο κολύμπι μετά την δουλειά, όντας σε μικρή απόσταση από την πόλη.
Και οι δύο αυτές είχαν ένα δίχτυ μεταλλικό, για προστασία από κάποια επίθεση αιμοβόρου πόρφυρα, που ίσως πλανιόταν στα Κερκυραϊκά νερά. Κι’ αυτό δεν ήταν απλή υπόθεση. Λίγα χρόνια είχαν περάσει αφ’ ότου ο πόρφυρας, στα νερά του “Mon Repos”, 50 μέτρα από την ακτή, είχε πάρει μαζί του στα βάθη της θάλασσας την νεότατη Βάντα.
Η πλαζ αυτή ήταν ο καθημερινός παράδεισος της νιότης. Βοή από φωνές, φωνούλες, τσιρίδες άκρατης χαράς και γέλια. Παιδιά και έφηβοι. Λικνιστές παρουσίες κοριτσιών με πλάγια βλέμματα αναστάτωναν τα βράδυα και τα μεσημέρια των αμήχανων περί τα ερωτικά δεκατριάρηδων και δεκαπεντάρηδων αρσενικών, που αρκούμενοι στις φαντασιώσεις, άφηναν πεδίο ελεύθερο στους πιό «μπασμένους» εικοσάρηδες. Κάποιοι από αυτούς, πρωτοετείς φοιτητές σε κάποιο πανεπιστήμιο της Ιταλίας, ήταν εφοδιασμένοι με όχημα. Όταν λέω όχημα αναφέρομαι στις λαμπρέτες ή βέσπες που έφερναν μαζί τους, από την Πάντοβα την Βενετία ή την Ρώμη που έκαναν σπουδές και αποτελούσαν ισχυρό όπλο γητέματος στο ρευστό ερωτικό φόρο.
Ο «Πόντες», ξύλινη εξέδρα που έμπαινε βαθιά μέσα στη θάλασσα, ήταν εκθετήριο γυμνών σωμάτων που μαύριζαν πασαλειμμένα με λογής-λογής λάδια, ενώ με αργό μελετημένο βάδισμα κάποιοι νεαροί διέσχιζαν την απόσταση από την παραλία μέχρι την άκρη του Πόντε, για να αφήσουν την πετσέτα τους και να επιδείξουν την ικανότητά τους σε μία κατάδυση από το ύψος των 4 μέτρων.
Ο αδελφός μου, παιδί τότε, είχε ανακαλύψει το δικό του Ελντοράντο ανάμεσα στα φύκια και τις πέτρες του υποκείμενου στον πόντε βυθού, όπου, εξοπλισμένος με μάσκα και αναπνευστήρα μάζευε τα κέρματα που έπεφταν από τα τσεπάκια των μπανιερών των βουτηχτάδων, ή τις τσάντες των κυριών των παραδομένων στο μαύρισμα της επιδερμίδας.
Προς τις μεσημεριανές ώρες, με την κόπωση της κολύμβησης και του ήλιου όλοι καταλήγαμε στην σκιά των πανύψηλων δένδρων, όπου το κυλικείο παρείχε αναψυκτικά παγωτά ούζο με μεζέ και που, ήδη, οι γονείς μας με τις παρέες τους απολάμβαναν την δροσιά εν μέσω των ήχων των τζιτζικιών και του τζουκ-μποξ από το οποίο κατά κύματα πελάγιζαν οι, Ρενάτο Καρόζονε, Μαρίνο Μαρίνι, Πατ Μπουν, Σέρτζιο Εντρίγκο, Έλβις Πρίσλεϋ, Πλάτερς και άλλοι αστέρες της εποχής. Όμως, σαν απαραίτητη ηχητική υποσημείωση, όλα (μα όλα λέω) τα τζουκ-μποξ της Κέρκυρας είχαν απαραίτητα ένα και μοναδικό δισκάκι-εξαίρεση μέσα στο σύνολο της μουσικής προσφοράς. Αυτό το 45άρι στην μια του πλευρά είχε το χορωδιακό από το Nabucco ...va pensiero sull’ ali dorate... και από την άλλη την Zingarella από τον Trovatore του Verdi.
Mα ο Verdi δεν περιοριζόταν μόνο στο δισκάκι των κορφιάτικων τζουκ-μποξ. Λες και πήγαζε από παντού. Όταν, καμιά φορά, επιστρέφαμε στο ξενοδοχείο αργά το μεσημέρι, κοντά στις 4 και μισή, η ορχήστρα της Φιλαρμονικής έκανε πρόβα για τη συναυλία της Πέμπτης και η μουσική ξεχύνονταν από τις γρίλιες των σκούρων κι’ αρμένιζε σ’ όλη τη ρούγα της Νικηφόρου Θεοτόκη, μες στη κάψα και την ερημιά του μεσημεριού.
Όταν, γύρω στα 1960, η φιλαρμονική αποφάσισε να διευρύνει το ρεπερτόριο με νέα Ελληνική μουσική και εισήγαγε του ήχους του Μίκη, τότε σαν κάτι να μην μου γυρνούσε καλά. Το κιόσκι της μπάντας στη Σπιανάδα εξέπεμπε μουσικές νότες που δεν συνταίριαζαν με την αρχιτεκτονική που περιέβαλε τον χώρο. Οι πλαστική γεωμετρία των όψεων των κτιρίων δεν άφηνε ανάγλυφες υποδοχές που να συνταιριάζουν με τους μουσικού φθόγγους του Θεοδωράκη και οι διέσεις των σκιών των αναγλύφων στις όψεις, απέκρουαν τα τσαλίμια της λαϊκότροπης σύνθεσης.
Μοναδική έμπρακτη άρνηση της μουσικής νεοτερικότητας, χωμένος στο βάθος της κλίμακας που οδηγούσε στα δημοτικά ουρητήρια της Σπιανάδας, ήταν ο γέρων επόπτης τους. Αυτός πολεμούσε την ανία του χρόνου χάρη στην παρηγοριά του 3ου προγράμματος, καθισμένος δίπλα στο μικρό τραπεζάκι που βρισκόταν το ραδιοφωνάκι μαζί με το πιατάκι των κερμάτων και με μόνη θέα ένα κομμάτι του ουρανού που ατένιζε όταν σήκωνε το κεφάλι ψηλά.
Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2008
ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΠΑΝΤΑ

Στην αρχή όλα φαινόντουσαν θολά. Αργά το πρωί και στον ορίζοντα δεν ξεχώριζες την θάλασσα από τον ουρανό. Ιούλιος μήνας και η υγρασία κόλλαγε πάνω στα μπράτσα, η θάλασσα ήταν ήρεμη σαν πηγμένο λάδι και στην επιφάνειά της αραιά και που, σκάζανε μικρές φυσαλίδες σαν να ανέπνεε ο βυθός ή, μάλλον τα φύκια, που στα ρηχά οι άκρες τους ξεπρόβαλαν λίγο στην επιφάνεια σαν ανατρίχιασμα του νερού.
Μπενίτσες, πανσιόν “ΣΠΙΝΟΥΛΑ” 1950. Δίπλα στην ακτή, όχι μακριά από το χωριό. Η παραλία ένα ατέλειωτο στρώμα από φύκια και που και που, λίγη άμμος και πέτρες. Αργότερα, λίγα χρόνια μετά, έμαθα να ψάχνω για σκουλήκια σκαλίζοντας με τα δάκτυλα ανάμεσα στα φύκια και να οπλίζω τα αγκιστριά για το ψάρεμα.
Το καϊκι, μας είχε φέρει εδώ για λίγες μέρες έως ότου να τελείωνε ο πατέρας μου κάποιες δουλειές του, ενώ εμείς παράλληλα να μην χάναμε την ευκολία της άμεσης επαφής με τη θάλασσα.
Στην χώρα πήγαμε μετά από λίγες μέρες και εγκατασταθήκαμε στο ξενοδοχείο «PENSION SUISSE». Ήταν στο δεύτερο συγκρότημα κτιρίων του συνόλου των δύο που συναποτελούν το γνωστό «Λιστόν». Η είσοδος από την οδό Καποδιστρίου έβλεπε το απέναντι γαλακτοπωλείο του Μπούζη, που για επόμενα χρόνια θα ήμασταν μόνιμοι θαμώνες για το πρωϊνό μας γεύμα. Το δωμάτιο, στον τρίτο όροφο, έβλεπε στην πλατεία και το φρούριο.
Λίγα τότε τα αυτοκίνητα, πολλά τα κάρα και τα αμάξια. Τα πρώτα για τα εμπορεύματα, τα άλλα για τους ανθρώπους. Πολλά και τα άλογα τα ούρα και η καβαλίνα. Λεπτομέρεια μόλυνσης παλαιάς κοπής. Υπήρχαν και κάποια ταξί, με την ένδειξη «ΑΓΟΡΑΙΟ», σταθμευμένα αντίκρυ στο πενταφάναρο στην αρχή της πάνω πλατείας, στην σκιά των δένδρων. Τα ταξί αυτά ήσαν τα τελευτά δείγματα της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας των χρόνων μεταξύ 1925-’30. Με κουκούλα και έξη θέσεις που γινόντουσαν οκτώ ανοίγοντας δύο πτυσσόμενα καθίσματα κρυμμένα στο δάπεδο. Θύμιζαν εποχές, της ποτοαπαγόρευσης στο Σικάγο που παροπλισμένα πλέον από τέτοιες δράσεις, είχαν έρθει σε αρωγή των Κερκυραίων ταξιτζήδων.

Το επόμενο βήμα στην επαφή μου με το νησί, ξεκίνησε με των ήχο των λέξεων, που ο κυματισμός της ομιλίας, σαν γνώριμος ήχος, ανακάλυπτε ξαφνικά τον γεωγραφικό του τόπο.
Αν και η ομιλία μου ήταν οικεία από την μητέρα μου, τα αδέλφια και τις θειές της, η ξαφνική διαπίστωση μιας μαζικής πλέον ηχητικής ομοιογένειας μου γέννησε ένα αίσθημα θαλπωρής. Εκείνες, εγκατεστημένες στην Αθήνα από έτη, αντιστέκονταν στο νέο κοινωνικό περιβάλλον προβάλλοντας την ιδιαιτερότητά τους στο κράτημα, σε ελαφρύ τόνο, της Κερκυραϊκής εκφοράς της ελληνικής γλώσσας. Κάτι σαν θυρεό εθνοτοπικότητας, που εύρισκε την κοινωνική του συνάφεια και ισχύ μέσα στον χώρο της κερκυραϊκής παροικίας, που στέγαζε αυτές τις ιδιαιτερότητες εντός του συλλόγου «Η ΝΑΥΣΙΚΑ». Ο τελευταίος με συχνές δόσεις εκδηλώσεων έφερνε σε επαφή τους «ξενιτεμένους», μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και άλλοι επτανήσιοι από τους οποίους θυμάμαι δύο Ζακυνθινές φίλες της μητέρας μου και μια θεία Κεφαλλονίτησα.
Το Καμπιέλλο, ασκούσε και ακόμη ασκεί, την γοητεία του αχανούς όπου όλα μοιάζουν να είναι ξαφνικά και μη προβλέψιμα. ¨Ένας χώρος μιας διαρκούς περιπέτειας όπου το χάνομαι και με ξαναβρίσκω μέσα στα δαιδαλώδη στενά καντούνια, ήταν το παιχνίδι - τελετουργία άφιξης στο νησί.
Πρώτος στόχος ήταν η ανακάλυψη της κατοικίας της θείας μου, μέσα από ένα νοητικό μηχανισμό προσανατολισμού και διέλευσης από νέες διαδρομές, όπου ο αποπροσανατολισμός, η αγωνία του «χάθηκα» και η ανακούφιση στην φανέρωση γνωστών σημείων αναφοράς, εξύφανε στον νου μου μία μοναδική εμπειρία επιβεβαίωσης ικανοτήτων στην απομνημόνευση χώρων, αστικής τοπιογραφίας, λεπτομερειών αρχιτεκτονικής και μυρωδιών. Οι τελευταίες ήταν ένα εναλλασσόμενο χαρμάνι από μυρωδιές αποχετεύσεων, γατίλα, αρώματα μαγειρευμένων φαγητών και στο πέρασμα από κάποια εκκλησία, λιβάνι. Στην οσφρητική μου συλλογή εμπειριών περιλαμβάνονταν και αυτές του εσωτερικού των σπιτιών όπου κυρίαρχη, αμέσως από την εξώθυρα, ήταν μυρωδιά της ξυλείας. Το άρωμα του κυπαρισσιού και της λαρίσας.
Η ανακάλυψη του ξέφωτου της εκκλησίας του Παντοκράτορα, σήμανε το πλησίασμα στο σπίτι της τζίας Νίτσας και των εξάδελφων μου.Το ξέφωτο αυτό στην καρδιά του Καμπιέλλου, ήταν αποτέλεσμα των βομβαρδισμών του 1940 και ’43. Η εκκλησία τότε είχε ακόμη τραύματα της καταστροφής αυτής και έμενε κλειστή. Ψηλά στην κορυφή της όψης περήφανα ατένιζε το κενό που άφησε η βία, ένας Αρχάγγελος. Χρόνια μετά εντρυφώντας στις πανεπιστημιακές μου μέρες, στα συγγράμματα της ιστορίας της τέχνης βλέποντας τα γλυπτά του G.L. Bernini μου έρχονταν στο νου ο Αρχάγγελος του Παντοκράτορα, φάρος για χρόνια που σηματοδοτούσε το πλησίασμά μου στο συγγενικό σπίτι.
Η ανακάλυψη της κατοικίας των συγγενών μου και η ανακοίνωση της άφιξής και παραμονής μας για το δίμηνο του καλοκαιριού, επισφράγιζε την έναρξη της Κερκυραϊκής μας ζωής.
Δευτέρα 25 Αυγούστου 2008
ΣΤΕΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008
Η ΚΙΡΚΗ
photo του SATANASSOΚΟΛΑΦΩΝ
Επί τέλους χθες απελευθερώθηκα από τον φόρο υποτέλειας που κατέβαλα επί ένα χρόνο στην VODAFON.
Πως, γιατί?
Περσινή αμαρτία. Μόλις μπλεγμένος στη γοητεία των μπλογκς και έχοντας σε χρήση φορητό υπολογιστή και με την προοπτική να πάω στην Κέρκυρα για λίγες εβδομάδες, είπα να μην στερηθώ την επαφή μου με το είδος.
Έτσι προσέγγισα την VODAFON που καιρό τώρα διαφήμιζε την κάρτα ασύρματης σύνδεσης internet. Έκανα εγγραφή στην υπηρεσία VM80 3G, με επιδότηση συσκευής-κάρτας (220€), επέλεξα την εξόφληση μέσω τραπεζικού μου λογαριασμού κι’ έτρεξα να ετοιμάσουμε βαλίτζες , αυτοκίνητο κι’ από Θεσσαλονίκη αυθημερόν, μαζί με το Λινάκι, να φτάσουμε στο Πεντάτι ν΄ αγναντεύουμε το Ιόνιο, τον Αϊ Γόρδη και τον Πέλεκα.
Η επομένη μέρα με βρήκε γεμάτο αγωνιώδη ενθουσιασμό για την πρώτη δοκιμή του νέου μου αποκτήματος, που θα με κρατούσε αγκαλιά με την παγκοσμιότητα βυθισμένο ηδονικά στη φύση των Κερκυραϊκών ελαιώνων.
Άνοιξα το εργαλείο, έβαλα την κάρτα, χτύπησα connect και περίμενα λεπτά 5,10, 15, και βάλε, άλλαζα θέσεις με το λάπτοπ αγκαλιά, από ελιά σ’ ελιά, βραχάκι-βραχάκι, τίποτε. Niente. Η εταιρία δεν είχε πεδίο δράσης σ’ αυτή την περιοχή. Τέρμα η διεθνής επικοινωνία για τις επόμενες δύο εβδομάδες.
Η πρώτη επικοινωνία μέσω internet έγινε στο φέρυ για Ηγουμενίτσα στην επιστροφή.
Η περιπέτεια όμως δεν τελειώνει εδώ. Η επιστροφή στην Θεσσαλονίκη δεν έλυσε αυτή την δυσκαμψία του δικτύου να έχει «σκιές» σε διάφορα σημεία της πόλης. Στην κατοικία μου, κοντά στο Επταπύργιο, το ίδιο. Στο Ποσείδι της Χαλκιδική, κατά την Σαββατοκυριακάτικη φυγή, παρομοίως .
Τον τρίτο μήνα έγινε διακοπή σύνδεσης λόγω μη εξόφλησης λογαριασμού. Στην διαμαρτυρία μου ότι έχω υπογράψει εξόφληση μέσω τραπέζης ( με επαρκέστατο απόθεμα), η απάντηση ήταν ότι δεν υπήρχε έγκριση από την τράπεζα. Ψέμα, η τράπεζα με διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα. Άρχισα να πληρώνω τα τιμολόγια άμεσα στα κατά τόπους υποκαταστήματα της εταιρίας. Κάποτε κατάλαβα ότι μερικοί λογαριασμοί ήταν διπλοπληρωμένοι διότι η αποπληρωμή μέσω τραπέζης λειτουργούσε κανονικά. Δεν υπήρχε θέμα μη έγκρισης όπως μου είχαν πεί. Αυτοί συμψηφίστηκαν, δεν πήγαν χαμένοι. Κερδισμένη η VODAFON με προκαταβολές. Βεβαίως η χρήση του προγράμματος ήταν ανύπαρκτη ή ελάχιστη. Η προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος σαν πρόβλημα καθαρά τεχνικό (όπως με διαβεβαίωσαν οι υπάλληλοι της εταιρίας) προσέκρουσε στην δυσκολία τηλεφωνικής επικοινωνίας. Αν μπείτε στον κόπο να συνδεθείτε με την τεχνική υποστήριξη θα μπείτε σε έναν λαβύρινθο όπου μετά από μακροχρόνιες, σε λεπτά, αναμονές θα σας περνάνε από τον ένα υπεύθυνο στον άλλο, επαναλαμβάνοντας πολλαπλά το πρόβλημά σας. Εν τω μεταξύ ο ΟΤΕ βαράει μονάδες. Στο τέλος θα σας δώσουν κάποιο άλλο τηλέφωνο για να επαναληφθεί η περιήγηση στο λαβύρινθο. Μετά τέρμα. Τα χέρια ψηλά και αίτηση διακοπής του συμβολαίου. Στο σημείο αυτό υψώνεται ένας άλλος φραγμός. Η VODAFON φρόντισε έτσι η οιαδήποτε φυγή πελάτη της από την αγκάλη της να έχει κόστος. Η εταιρία δεν χάνει ποτέ. (Θυμηθείτε τις υποκλοπές και τους γαργαρισμούς της κυβέρνησης).
Στο συμβόλαιο, σε περίπτωση λύσης του συμβολαίου, υπάρχει ρήτρα επιστροφής της επιδότησης ποσοστιαία. Όταν πλέον αποφάσισα για την διακοπή κατάλαβα ότι ήταν το ίδιο να αφήσω να κυλήσει ο χρόνος μέχρι την λήξη της σύμβασης. Ίσως να είχα καλλίτερη τύχη σε σύνδεση κάποια στιγμή.
Αρχές Ιούνη σε υποκατάστημα της εταιρείας, 35 περίπου μέρες πριν την λήξη των 12 μηνών χρήσης, ζητώ την διακοπή. Μου λένε «ελάτε μετά τις 20/6». Πήγα χθες 26/6. Χρεώθηκα υποχρεωτικά ακόμη 30 μέρες παγίου διότι έπρεπε να κάνω την διακοπή 30 μέρες πριν την λήξη. Δηλαδή 10/6. Στη υπογράμμιση ότι υπάλληλος της εταιρείας μου είχε δώσει άλλη διευκρίνηση η απάντηση ήταν να πάω να διαμαρτυρηθώ. Ευχαρίστησα τον καλόν αυτόν άνθρωπο για τη εποικοδομητική συμβουλή του και έφυγα.
Η εταιρία αυτή κάνει γερές πιένες στην Ελλάδα, όπως και οι άλλες σίγουρα.
Όταν με το σκάνδαλο των υποκλοπών μάθαμε τον μισθό που λαμβάνει ετησίως ο εκάστοτε διευθύνον σύμβουλος, ( κάτι σαν τις αποδοχές του συνόλου του υπουργικού συμβουλίου), έγινε σαφές ποιοι έχουν το πάνω χέρι στην οικονομία (=πολιτική) αυτού του τόπου.
Η χασούρα συνοψίζεται σε πάγια 12 συν 1 μήνες επι 37€.
Καλό Καλοκαίρι
Παρασκευή 13 Ιουνίου 2008
ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Μετά από προτροπή του Δ. Βίτσου του οποίου η αισιοδοξία βρήκε αποκούμπι στους στίχους του Γ. Σουρή, κάνω πρόταση σωτηρίας την επιστροφή στη φύση. Έστω και της “λαϊκής” της γειτονιάς.
Στείλετε την εικόνα σας στο autographcollectors.blogspot.com
Πέμπτη 10 Απριλίου 2008
ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟΝ Αϊ ΓΟΡΔΗ

Και ήταν απέραντη η αμμουδιά μπροστά μας
Ήσουν κι’ εσύ με το απέραντο χαμόγελο
Στην άμμο κοιμηθήκαμε εκείνο το βράδυ
Τώρα μου ‘ρχεται στο νου, η στιγμή που ανταμώσαμε
για πρώτη φορά στις σκάλες.
Κάτω από τ’ απλωμένα σεντόνια
που άδειαζαν στον αέρα τους ψίθυρους της νύχτας
Με το θρόισμα των ρούχων
Και τον στεναγμό ολοκλήρωσης των ονείρων
Αγνώστων Σωμάτων
Πίσω από τα σφαλιστά παράθυρα
Στην σκάλα πέρα σύντομα ν’ανεβούμε
Μες στους λειμώνες της ακτής για να κρυφτούμε


(Αυτά όλα τότε. Έναν Αύγουστο του 196...και κάτι)
Τετάρτη 2 Απριλίου 2008
Και πάλι Ν.Μ.Α.
Γκρεμίζουν και κτίριο αιωνόβιο για χάρη του Μουσείου. «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΊΑ» 28-3
Στο πρόπλασμα της βραβευμένης αρχιτεκτονικής μελέτης του Μπερνάρ Τσουμί, για το Μουσείο Ακροπόλεως, στην περίμετρο του οικοδομικού τετραγώνου, παρέμεναν στην θέση τους τα πέντε κτίρια που οριοθετούν το περίγραμμά του. Η εντύπωση που αποκόμισα ήταν ότι μαζί με τα , τότε ακόμη, διατηρητέα της οδού Δ. Αρεοπαγίτου 17-19, θα σωζόντουσαν και τα υπόλοιπα τρία. Οι λόγοι που μου έδιναν αυτήν την εντύπωση ήταν ότι, δεν ενοχλούσαν το νέο μέγαρο, ελάττωναν, στην προοπτική ενόρασης του Μουσείου κατά το μήκος της οδού Χατζηχρήστου, τον τεράστιο όγκο του και τέλος ότι θα υπήρχε η ευαισθησία διατήρησης των ελάχιστων πλέον εναπομεινάντων δειγμάτων αρχιτεκτονικής του παρελθόντος της γειτονιάς αυτής.
Στην ευθεία της οδού Καβαλλότι που συγκλίνει με την Χατζηχρήστου κάθετα στην Μητσαίων. Αριστερά φαίνεται το προς κατεδάφιση νεοκλασσικό, ενώ δεξιά τα τέσσερα στην σειρά νεοκλασσικά με τα οποία κάνει σύνολο το πρώτο. (φωτ. 2007)
Το κτίριο μάλιστα, που βρίσκεται στην γωνία των οδών Μητσαίων και Χατζηχρήστου, συμβιώνει με τα άλλα δύο γωνιακά απέναντί του δημιουργώντας ένα σύνολο. Ομοίως και το άλλο, όπου υπήρξε το γνωστό χαρτοπωλείο Βραχωρίτη, αποτελούμενο από ένα όμορφο σύμπλεγμα τεσσάρων κτιρίων στην γωνία με οδό Μακρυγιάννη, συντροφεύει αντικριστά το κτίριο Τουλούπα. Τίποτε από αυτές τις, αφελείς τελικά, προβλέψεις μου δεν βρήκε έδαφος, μένοντας με μια απορία που είναι και συνακόλουθη του αινίγματος που λέγεται «νεοέλληνες και το παρελθόν τους».
Το κτίριο Τουλούπα, γωνία Μακρυγιάννη και Χατζηχρήστου, απέναντι από το προϋγούμενο
Ασχολήθηκα με την Αρχιτεκτονική για αρκετά μεγάλο διάστημα και δεν με θεωρώ μονομανή λάτρη της παράδοσης, ή παθιασμένο του παρελθόντος και ουδέποτε παρασύρθηκα στον σχεδιασμό κτηρίων που να μιμούνται της αρχιτεκτονική των παλαιότερων γενεών. Ενασχόληση που παρέσυρε πολλούς αρχιτέκτονες στην μεταπολίτευση, λόγω του συρμού για μια «επιστροφή στις ρίζες». Αλλά, μου φαίνεται ανεξήγητη αυτή η εμμονή – σε συσχετισμό, παράλληλα, με τον νευρασθενικό αγώνα για το όνομα της Μακεδονίας – ότι ένα Μουσείο του οποίου ο σκοπός είναι η ανάδειξη του πολιτισμικού παρελθόντος, για να υπάρξει σαρώνει στο διάβα του ότι προϋπήρξε αυτού. Δείγματα της αρχιτεκτονικής παράδοσης της Ελλάδας, όπως φιλοδοξεί ναι γίνει στο μέλλον και το ίδιο.
Δεν γνωρίζω αυτούς που απαρτίζουν την γνωμοδοτική ομάδα που αποφάσισε την κατεδάφιση όλων των κτιρίων της περιμέτρου, πλην Βάϊλερ (γιατί? έγιναν ξαφνικά σε ποσοστό επί τις % γενναιόδωροι?). Σίγουρα όμως είναι άνθρωποι αξιόλογοι, μορφωμένοι και με τις αδυναμίες τους, όπως όλοι μας.
Αλλά!
Στον νου μου έρχεται η εμπειρία που είχα πριν τριανταπέντε χρόνια όταν, για πρώτη φορά, επισκέφτηκα τον θερινό οικισμό των καθηγητών του Α.Π.Θ. στην Βουρβουρού της Χαλκιδικής. Αν εξαιρέσω λίγα σπίτια κάποιων καθηγητών της αρχιτεκτονικής (όχι όλων), τα υπόλοιπα μου άφησαν τραύμα ανεπούλωτο. Γιατί κάνω αυτήν την παραπομπή? Γιατί ακόμη και μέσα στην συνάφεια με ανθρώπους, ακόμη και πέραν του φιλικού μου κύκλου, πανεπιστημιακούς και άλλους, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, αυτοί που θεωρητικά εκπροσωπούν την elite αυτής των χώρας, έχουν πολύ κακιά σχέση με την αρχιτεκτονική. Ή άλλως, Μαύρα Μεσάνυχτα και το έζησα στα σπίτια τους. Δεν είναι περίεργο το πώς κατάντησε το δομημένο μας περιβάλλον, με ελάχιστες αντιδράσεις και αυτές γενικόλογες. Έτσι εξηγείται και η άκριτη αποδοχή ενός ά-σχημου κτιρίου, σαν το υπέρτερο αισθητικά επίτευγμα.
Σημειώνω για κάθε ενδιαφερόμενο να μάθει για την περιοχή, την ενδιαφέρουσα έρευνα των Μάρω Βουγιούκα και Βασίλη Μεγαρίδη με τίτλο "Μακρυγιάννη-Ακρόπολη" στις εκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ.
Τετάρτη 19 Μαρτίου 2008
ΜΑΡΤΗΣ
Μπήκε ο Μάρτης και μας διώχνει από την πόλη μια λαχτάρα για την φύση που μόλις άρχισε να μουρμουράει.
Κι' ανάμεσα στα ξερά φύλα και τις υγρές πέτρες οι κρόκοι τεντώνουν τα βλαστάρια τους να βρουν τόπο τα μπουμπούκια ν'ατενίσουν τον ήλιο.Μα το δάσος κοιμάται ακόμα. Η βοή ξεκίνησε κιόλας κάτω απ' τα φύλα που σκεπάζουν το υγρό χώμα.
































